Labels

Wednesday, August 30, 2017

Η αιωνιότητα του υπάγειν


Πλωτά καράβια ταξιδεύουν τα νησιά
Σύννεφα εξόριστα που ρίζωσαν στο χώμα
Κοιμισμένα στοιχειά
Που προσμένουν το φιλί της νεράιδας
Παρηγορούν τη ζωντοχήρα θάλασσα
Από τότε που την αποχωρίστηκε ο ουρανός
Γεννώντας ανθρώπους πούπουλα
Που μοναχά μια ζωγραφιά κατέχουν
Κι ετούτη τη χαράζουν στο αόρατο
Κάτω από τον τίτλο:
Η αιωνιότητα του υπάγειν.


Wednesday, August 23, 2017

Το βιβλίο της ζωής σου


Ένα βιβλίο ξεφυλλίζουμε, τι θαρρείς; Γραμμένο από το χέρι μας, οδηγημένο απ’ το μυαλό και την καρδιά μας, σμιλεμένο από άλλων ανθρώπων τα χέρια που είναι δίπλα μας, λίγο πιο μακριά, πολύ μακριά, κι άλλο πολύ και πιο πολύ. Αυτών που ζουν εδώ κι αυτών που ζουν εκεί και είναι πιο εδώ και από τους εδω. Ένα βιβλίο γραμμένο κι άγραφο μαζί. Γεμάτο ζωγραφιές και μουντζούρες, λευκές σελίδες, μαύρες κατράμι, σχέδια παιδικά, μισοτελειωμένα, άλλα ύψιστης τέχνης κι άλλα άτεχνα ή κακώς καμωμένα.
Ένα βιβλίο οι χειμώνες και τα καλοκαίρια μας. Μην το πάρεις βαριά αν δεν έμαθες γράμματα. Ίσως έτσι να γράφεις καλύτερα. Ίσως η ανορθογραφία σου να κρύβει την μόνη και σωστή, την κρυφή, τη μυστική ορθογραφία της καρδιάς σου.
Ένα βιβλίο βαρύ σαν σίδερο και σαν πούπουλο ελαφρύ η ζωή μας. Σελίδες βρεγμένες από δάκρυα, κόκκινες απ’ το αίμα, γαλάζιες από μια θάλασσα που ξεπλένει το αίμα και το δάκρυ χωρά. Ένα βιβλίο κωμωδία και τραγωδία, παραμύθι και κόμικς. Γεμάτο και άδειο συνάμα. Μην το κλείσεις αν σε απογοητεύσει. Μόνο αυτό μην κάνεις. Όλα τα άλλα επιτρέπονται. Η μούχλα όμως δε φεύγει από τα βιβλία. Είναι ο μεγάλος τους εχθρός. Κράτα το βιβλίο σου ανοιχτό. Πότε πότε γύρνα προς τα πίσω τις σελίδες. Να δεις τι έγραψες, τι άφησες κενό, τι έσκισες. Όχι συχνά, μη σε ρουφήξει το παρελθόν, οι πρώτες σελίδες που όσο κι αν μοιάζουν ατσαλάκωτες κι ασκίαστες είναι μόνο ο πρόλογος και συ πρέπει να προχωρήσεις στο κυρίως θέμα. Κι αν δε θέλεις τίποτα να γράψεις, αν τόσο να διαβάζεις κουράστηκες, χάιδευέ το βιβλίο σου, ξεσκόνιζέ το, νανούρισέ το σαν μωρό στα φυλλοκάρδια σου, βγάλτο μια βόλτα, ένα περίπατο στο δάσος να ανασάνει. Μα μην το κλείσεις όσο ζεις. Μην το βάλεις στο ράφι. Μην το λησμονάς. Δεν είναι δικό σου επειδή γράφει απέξω το όνομά σου. Δεν μπορείς να του συμπεριφερθείς σαν άχρηστο. Το βιβλίο της ζωής σου, σού δόθηκε, κι αφού σου δόθηκε κάτι πρέπει να το κάνεις. Μύρισέ το και άφησέ το να πάρει κάτι απ’ το δικό σου άρωμα, ακόμα κι αν είναι βαρύ κι ασήκωτο, κι αν είναι βρωμερό. Στις ζωντανές σελίδες του αφημένο, θα μεταμορφωθεί, θα γίνει μύρο, μόνο εμπιστέψου το. Ξέρεις πόσα μάτια το κρυφοκοιτούν, πόσες άλλες καρδιές το διαβάζουν, πόσα φτερά αγγέλων μεριμνούν ολημερίς να μη σκιστεί, μη παραπέσουν οι σελίδες του, μην τις αρπάξει ο άνεμος, μην πέσει σε λάθος χέρια, μη σου το κλέψουν οι κακόβουλοι έμποροι της κάθε σου στιγμής; Ξέρεις πόσο πωλούν οι έμποροι τις μοναδικές στιγμές σου; Ακριβά, πάρα πολύ ακριβά. Όσο κοστίζει μια ολόκληρη κόλαση.
Κράτα ανοιχτό το βιβλίο της ζωής σου, μόνο αυτό σου ζητώ. Όπου πας, μ’ όποιον κι αν είσαι, ξύπνιος, κοιμισμένος, θλιμμένος, χαρούμενος, ελεύθερος ή δέσμιος, δούλος ή δεσπότης κράτα το βιβλίο ανοιχτό πάντα μαζί σου, πάνω σου, στα σωθικά σου αν μπορείς. 
Στο τέλος ο Μέγας Αναγνώστης θα το φυλλομετρήσει και θα το διαβάσει όλο. Ακόμα και τις λευκές σελίδες θα διαβάσει, και τις μαύρες που κανείς άλλος δεν μπορεί. Θα αποκρυπτογραφίσει τις μουντζούρες σου, τα σβησίματα, τις υποσημειώσεις που πιο αποκρυφους κωδικούς που σκαρφίστηκες για να μην προδοθείς. 
Κι απ’ όλα όσα έγραψες και δεν έγραψες, Αυτός θα αρθρώσει το τελικό σου ποίημα, όχι εσύ. Αυτό είναι το ζητούμενο. Το τελικό σου ποίημα. Γι’ αυτό, σου λέω, μην ανησυχείς. Το ποίημα σηκώνει μεγάλες παύσεις και κενά απέραντα, οιμοιοκατάληκτες πράξεις και ανομοιοκατάληκτα αισθήματα, ρυθμούς ανάκουστους, αρμονικούς και συγκρουόμενους, ακόμα και μουντζούρες, ρεαλισμούς, συμβολισμούς, εικόνες. Όλα τα σηκώνει ένα ποίημα. Ένα πράγμα δεν αντέχει. Να το φάει το σκοτάδι και η μούχλα. Ζήσε, λοιπόν, ποίημα, και όλα τα άλλα άφησέ τα στην άκρη, ψυχή μου. 


Tuesday, August 22, 2017

Φέρτε μου τη θάλασσα - του Νίκου Γκάτσου για τον πατέρα του



 

O Nίκος Γκάτσος γεννήθηκε στην Ασέα της Αρκαδίας το 1911. Όταν ήταν σε ηλικία 5 ετών, ο αγρότης πατέρας έφυγε μετανάστης στην Αμερική. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, αρρώστησε βαριά και πέθανε. Τη σορό του την έριξαν στην θάλασσα. Στη μνήμη του πατέρα του, θα γράψει το τραγουδι “Φέρτε μου τη θάλασσα”.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.

Έθρεψα τα σπλάχνα σου, κύμα πελαγίσιο,
με χιλιάδες μνήματα μέσα στο βυθό.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη τραγουδήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της για να ζεσταθώ.

Οι νεκρές αγάπες μου δεν θα ρθούνε πίσω,
βάλτε με στον κόρφο της ν'αποκοιμηθώ.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη τραγουδήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της για να ζεσταθώ.

Φέρτε μου τη θάλασσα να τη προσκυνήσω,
φέρτε μου τον ήλιο της να προσευχηθώ.


Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια~ 1974*
Εικόνες από την Αμοργό
----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
*Σημ: Ο δίσκος Θαλασσινά Φεγγάρια, με ποιήματα του Νίκου Γκάτσου, επρόκειτο να κυκλοφορήσει την άνοιξη του 1967. Το πραξικόπημα όμως της 21ης Απριλίου, ανέστειλε την κυκλοφορία του. Ο δίσκος κυκλοφόρησε το 1974, αμέσως μετά τη μεταπολίτευση, και περιελάμβανε επιπλέον τραγούδια, επίσης σε ποίηση του Γκάτσου. Τα τραγούδια του δίσκου ερμηνεύουν ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Μαρία Φαραντούρη και η Βίκυ Μοσχολιού.


Monday, August 21, 2017

Κρητική μαντινάδα



Ἀπ' ὅλα τους τό πιό πολύ 
μ' ἀρέσει ἡ χελιδόνα
πού ξανακτίζει τή φωλιά 
στό γκρεμισμένο δῶμα.




Σημ. Η ζωγραφιά έίναι της Έφης Κοκκινάκη
Την μαντινάδα μάς την έστειλε ο Γιάννης Φρουδαράκης

Κρητική μααντινάδα



Στην γκρεμισμένη τους φωλιά
Επάνω κελαηδούνε

Γι' αυτό ζηλεύω τα πουλιά
Κι όχι γιατί πετούνε




Sunday, August 20, 2017

Κυριακὴ ΙΑ’ Ματθαὶου

 Αποτέλεσμα εικόνας για ια ματθαιου

(Ματθ. 18,23-35)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· 
23. ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. 
24. ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. 
25. μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.
26. πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. 
27. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. 
28. ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. 
29. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι. 
30. ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον.
31. ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα.
32. τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με·
33. οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; 
34. καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. 
35. Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν.




Thursday, August 17, 2017

Χάι κου των Θαλασσοκρίνων


1. Καρπός έρωτα
Θάλασσας κι αμμουδιάς
Κρίνοι ταπεινοί

2. Στη νεκρή άμμο
Βλασταίνουν τα κρινάκια
Πώς ν’ απελπιστείς;

3. Στο ξεροβόρι
Θα γίνει πεταλούδα
Λευκή ο κρίνος

4. Αμμογέννητα
Λευκά κρινάκια, καρπός
Της στειρότητας  

5. Στο παρθενικό
Κοινόβιο των κρίνων
Χρόνος άβατος




Wednesday, August 16, 2017

Χάι κου της Παναγίας


1. Άσβηστο κερί
Σε σφοδρούς αέρηδες
Η Παναγία

2. Κεντητή ποδιά
Λουλουδιών αμάραντων
Η αγκαλιά της

3. Πηγή του Φωτός
Πηγή και του Ύδατος
Της Χαράς πηγή

4. Η αειθαλής
Φωλιά κατατρεγμένων
Ασθενών πουλιών

5. Απ’ τους ουρανούς
Πλατυτέρα, του ήλιου
Ηλιοτέρα

6. Αδάφθορη
Μετα τόκον και ζώσα
Μετά θάνατον




Tuesday, August 15, 2017

Τραγούδι της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου




Το πρώτο Πάσχα άνοιξη, το άλλο Καλοκαίρι
Το 'να η Ανάσταση του Γιου, κι εκείνης που απ' το χέρι
Τον κράταγε στα πρώτα του τα βήματα παιδάκι
έρχεται η Ανάσταση μες στο καλοκαιράκι
Οι ουρανοί αγάλλονται, ευφραίνεται η γη μας
Οι δίκαιοι χορεύουνε γιατί είναι δική μας
Μητέρα και Αρχόντισσα, του κόσμου η Κυρία
που διώχνει δαίμονες μακριά, μερώνει τα θηρία
Τρεις μέρες πριν την Κοίμηση, πάει στο φτωχικό της
ο Γαβριήλ Αρχάγγελος που 'ταν παλιός γνωστός της
Αυτός μάννα την τάιζε σαν ήτανε παιδάκι
εις των Αγίων τα Άγια μέσα στο εκκλησάκι
Αυτός κρίνο της έφερε να της ευαγγελίσει
εκ Πνεύματος τη σύλληψη του Γιου που θα γεννήσει
Αυτός με φοινικόκλαδο και πάλι κατεβαίνει
σαν Άγγελος ειδήσεων καλών και μεταβαίνει
μ' αθανασιάς σύμβολο και νίκης, να μηνύσει 
στη Μάνα πως το σπλάχνο της πάει να συναντήσει
Η Παναγιά με το κλαδί του φοίνικα στο χέρι
στο Όρος τρέχει το γνωστό, στων Ελαιών τα μέρη
που απ' όταν αναλήφθηκε εκεί ψηλά  Γιός της
πήγαινε να προσευχηθεί στο Σπλάχνο και Θεό της
Έχει λύπη, της έλειψε, κι έχει χαρά μεγάλη
Το οριστικό τους σμίξιμο στου ουρανού τα κάλλη
είναι κοντά, κι η θέρμη της ποτάμι ανεβαίνει
Φλογίζονται οι ουρανοί κι όταν πια κατεβαίνει
το ποδι αλαφροπατά ωσάν να μην πατάει
Σαν Ελαφίνα πρόσχαρη πάει σαν να πετάει
Και χαμηλώνουν τα βουνά, σκύβουν τα κυπαρίσσια 
τ' άνθη ριγούν και προσκυνούν την χάρη την περίσσια
της άγιας Μητέρας τους κι όλου του κόσμου Μάνας
Η απειροευαίσθητη συγκίνηση γεμίζει
και φτάνει στο σπιτάκι της όπου το συγυρίζει
Το σπίτι αυτό το χαμηλό που 'ναι του Ιωάννη
του μαθητή, που ως αυτή την ώρα που προφθάνει,
τη φρόντισε, τη στήριξε, σαν μάνα του δική του
Σεισμός μεγάλος γίνεται μπαίνοντας στην αυλή του
σημάδι πως ο Κύριος έρχεται, πλησιάζει
Πιάνει η Κυρά τη σκούπα της κι όλα καλά τα σιάζει
Να είναι όλα καθαρά, όμα σε μία τάξη
πριν η μεγάλη η στιγμή, να φύγει, της προστάξει
Αγαπημένους της καλεί και φίλους για να 'ρθούνε
τα νέα της Κοιμήσεως να γνωστοποιηθούνε
σε όσους τη φροντίσανε χρόνια και χρόνια τώρα
Ξεσπούν αυτοί σε κλάματα και θρήνους για την μπόρα
Μα πώς να αποχωριστούν τ' άνθος του Παραδείσου
που τη ζωή τους γλύκαινε και πώς μες στης αβύσσου 
να ζήσουν τώρα τη ζωή χωρίς παραμυθία;
Εκείνη όμως χαίρεται κι είναι η χάρα της Θεία
μείζονα των δακρύων τους, του πόνου πιο μεγάλη
Σαν ήλιος λάμπει. Θα βρεθεί σε λίγο στην αγκάλη
Εκείνου που εκράτησε πρώτη στην αγκαλιά της
που γάλα τον ταϊσανε τα στήθη τα δικά της
"Μη μου χαλάτε τη χαρά κι αυτό το πανηγύρι
Εγώ είμαι η μέλισσα κι Εκείνος είναι η γύρη
Πάσχα είναι το δεύτερο και πρέπει να χαρείτε
Μαζί σας θα ´μαι πάντοτε όταν δε θα μπορείτε
Στον πόνο και στη συμφορά, στις θλίψεις, στους καημούς σας
Αρκεί να με φωνάζετε όπως τους βοηθούς σας
Και ορατά κι αόρατα, εγώ θα παραστέκω
σε όλους όσους μ´ αγαπούν και σαν κερί θα στέκω 
στις νύχτες τις αδιάβατες", τους λέει και δακρύζει 
Τη νεκρική την κλίνη της πηγαίνει κι ευπρεπίζει
Τότε νεφέλες έρχονται ουράνιες στο σπίτι
Κάθε νεφέλη μαθητής, μιας κι η νεφέλη, ήτοι
τ' Άγιο Πνεύμα, έφερε από της οικουμένης
τα πέρατα, τους προσφιλείς τής Κεχαριτωμένης
Απόστόλους και κήρυκες και μαθητές Εκείνου
να ´ναι εκεί στο ξόδι της και πλάι της να μείνουν
Ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης
άγιος Ιερόθεος, Τιμόθεος, μαζί της
Όλοι μαζί την προσκυνούν κι όλοι μαζί ρωτούνε
"Γιατί μας φέρνει ο Χριστός; Πώς τα βουνά σκιρτούνε;
Σαν τι μεγάλο γίνεται και σείεται η πλάση
Δεν ξέρει το χειλάκι μας, να κλάψει, να γελάσει;"
"Για τη χαρά σας έφερε" λέει η Παναγία
"Είναι η χαρά του γάμου μου κι ειναι στιγμή αγία
Είναι η ωραιότερη ημέρα της ζωής μου
Ημέρα της κοιμησεώς και της μετάστασής μου"
Ανοίγουν τότε οι κρουνοί των τρυφερών ματιών τους
Ποτάμια αναβλύζουνε στα όρη των καρδιών τους
Κλαίνε απαρηγόρητα, μα βλέπουν τη χαρά της
και λίγο λίγο χαίρονται που ήρθε η σειρά της
Κι έτσι τη συμμερίζονται, και τη δική τους λύπη
στην άκρη την αφήνουνε κι ας ξέρουν πως θα λείπει
σε λίγο η Πανάχραντη από τη συντροφιά τους
που ήτανε το κάλλος τους κι ήταν η ομορφιά τους
Τον εαυτό τους λησμονούν, παινέματα αρχίζουν
επεφημίες ψέλνουνε και δόξες της χαρίζουν
"Ήσουν εσύ το καύχημα και η παρηγοριά μας
Εσύ την πίκρα γλύκανες, μέρευες τα άγριά μας
Δώσε τα χαιρετίσματα στον Γιο σου και Θεό μας
Πήγαινε την άγαπη μας ατόφια στον Χριστό μας
Όλοι μας σε ζηλεύουμε και στη δική σου θέση
θα θέλαμε να ήμασταν προτού η νύχτα πέσει
Πώς να χωρέσει η καρδιά όλον τον έρωτά  μας
Να αντέξει αυτό τον χωρισμό πώς το  μπορεί η χαρά μας;"
"Εγώ Χριστό δε γνώρισα" λέει ο μέγας Παύλος
"με σώμα όταν ήτανε, εγώ ήμουνα Σαύλος
Μου λείπει περισσότερο απ' όσους Τον γνωρίσαν
Εσύ ήσουν η Μανούλα μου, τα στήθη μου μυρίσαν
μέσα από σένα Άχραντη, Εκείνον που δεν είδα
Μα πήγαινε Κυρία μου. Μέσα απ' την καταιγίδα
αυτής της πρόσκαιρης ζωής κι εγώ ποθώ να φύγω
στ' απάνεμο λιμάνι Του θέλω να καταφύγω
Μα η ώρα μου δεν έφτασε, γι' αυτό πανηγυρίζω
στην ώρα σου, Κυρία μου, γιορτάζω κι ας δακρίζω"
Ανέβηκε η Παναγιά στη νεκρική της κλίνη
Σταυρώνει τα χεράκια της, την κεφαλή της κλίνει
κι αφού τους πάντες χαιρετά κι ορίζοντες βλογάει
το Σπλάχνο της παρακαλεί όλους να τους φυλάει
Να δίνει ειρήνη και χαρά, αγάπη μες στην πλάση
και να φρουρεί τον κόσμο Του ωσότου να γεράσει. 
Ανοίγουν τότε ουρανοί κι αγγέλοι προχωρούνε
Ξοπίσω τους οι δίκαιοι όλοι ακολουθούνε
Η γη της Ιερουσαλήμ απ' άκρη σ' άκρη τώρα
με παρουσίες του ουρανού γεμίζει. Είναι ώρα
Έφτασε ο Μονογενής Υιός της και Θεός της
όπως της υποσχέθηκε μ' αυτόν τον άγγελό της
Φτάνει μ' αγίους, μάρτυρες και τους καλούς γονείς της
Στα Θεϊκά χεράκια Του κρατάει την ψυχή της
Την αγκαλιάζει στοργικά, μ' αγάπη που δε φτάνει
ο νους του ανθρώπου να σκεφτεί γιατί δεν τον προφτάνει 
Άφωνοι οι απόστολοι κι οι παρευρισκομένοι
δοξολογούνε και θρηνούν στο σκήνωμα που μένει
δίχως πνοή στην κλίνη του. Αρχίζουν ξεσυνέρια
Στον άλλον ποιος τη θέση του, μ' άφατη αγάπη πλέρια
θα δώσει για να πορευθεί πρώτος από τους άλλους
Ο Πέτρος και ο Παύλος τους, πρώτοι απ' τους μεγάλους,
διαφωνούνε σαν παιδιά, μα ο Παύλος τότε πείθει
τον Πέτρο να προπορευθεί κι έτσι, Χριστού τα ήθη
που κουβαλούν αμφότεροι, τον Πέτρο οδηγούνε
να υπακούσει ταπεινά κι αρχίζουν περπατούνε
Στο κήπο της Γεθσημανή και μέσα στην κοιλάδα
του Ιωσαφάτ που λέγεται, έφθασε η ομάδα
το σκήνωμα που έφερε το ιερό στους ώμους
Οι ύμνοι τους συμπλέκονται διασχίζοντας τους δρόμους
με των αγγέλων τις φωνές. Μα ξάφνου Ιουδαίους
πάνω στο δρόμο απαντούν που 'ταν απ' τους χυδαίους
εκείνους που δε σέβονται τα ιερά και όσια
Μόλις, αυτοί μαθαίνουνε πως κάτω από τα κρόσια
της κλίνης, κείτεται νεκρή η του Χριστού Μητέρα,
εκείνου που τον σταύρωσαν οι ίδιοι μία μέρα
ορμούνε προς το λείψανο. Πάνε ν' απλώσουν χέρι
Μα τους τυφλώνει ο Θεός, το πόδι τους, τα μέρη
όπου πατά, δεν τα θωρεί κι ο ένας που αγγίζει
το σκήνωμα, ο Κύριος, τα χέρια του αφοπλίζει
κι από τη ρίζα κόβονται. Τρομάζουν οι καημένοι
μετανοοούνε και θρηνούν ευθύς οι πλανεμένοι
Δεν τους αφήνει ο Χριστός κι η Μάνα να αποκάνουν
Τα μάτια θεραπεύονται, μα και τα χέρια γειάνουν
Τρέχουν στην Ιερουσαλήμ κι απανταχού φωνάζουν
Ομολογούνε τον Χριστό και κλαίνε και σπαράζουν
Πόσοι δε συγκινήθηκαν και πόσοι δεν πιστέψαν
Πλήθη μεγάλα τρέχουνε. Το ξόδι συνοδέψαν
Έτσι η Παναγία μας τα θαύματα αρχίζει
από την ώρα της θανής και σ' όλους τα χαρίζει
ωσότου να 'ρθει η στιγμή Δευτέρας Παρουσίας 
εκεί πάνω απ' το μνήμα της. Ο λόγος της ουσίας 
είναι πως από κει θ' αναστηθεί και από κει θ' ανέβει
τρεις μόνο μέρες ύστερα, ωσότου να κατέβει
στο πλάι του Μοναχογιού ωσάν μεσίτριά μας
Τότε για ύστατη φορά, στα αμαρτήματά μας
θα υψώσει ικετευτικά τα χέρια της στον Γιο της
να σπλαχνιστεί τα πάθη μας θα πει εις τον Θεό της
 Ο τάφος ήταν λαξευτός, την βάλαν  και τον κλείσαν
Τρεις μέρες οι απόστολοι τον τάφο δεν αφήσαν
Μετά πήγαν στο σπίτι της να φαν λίγο ψωμάκι
Εκεί λοιπόν που έτρωγαν, αφήνουν σε πιατάκι
και τη μερίδα του Χριστού όπως το συνηθίζαν
Στο τέλος την μερίδα Του υψώναν και ψελλίζαν
"Αγία μας Τριάδα μας, μέγα το όνομά Σου
και Ιησού βοήθα μας με όλη την καρδιά Σου"
Μοιράζονταν τον άρτο Του όλοι για ευλογία 
Κι όπως το κάνουν σήμερα την ώρα την αγία
μετά την πρώτη φράση τους και πριν να πουν την άλλη
η Θεοτόκος σώματι έρχεται η μεγάλη
"Χαίρετε" λέει "μαθητές κι απόστολοι του Γιου μου
Με σώμα με ανέστησε η Χάρις του Θεού μου
Θα 'μαι μαζί σας πάντοτε μέχρι της συντελείας
Τους χριστιανούς θα ευλογώ Άκτιστης Εκκλησιάς"
Απ' τη χαρά τους τα 'χασαν οι δώδεκα Αποστόλοι
κι αντί "Χριστέ βοήθα μας", φώναξαν μαζί όλοι
"Βόηθα Υπεραγία μας, βόηθα μας Θεοτόκε"
Κι η ύψωσίς της έμεινε έτσι και από τότε
να τη μοιράζουν σ' εκκλησιές και μες στα μοναστήρια
Πάλι ο απόστολος Θωμάς, -αυτά Θεια μυστήρια-
έλειπε από τους δώδεκα. Τον φέρνει μια νεφέλη
Μετά τρεις μέρες και αυτόν τον οδηγούν αγγέλοι
Δεν πρόλαβε την Παναγιά, τα νέα της μαθαίνει
Θέλει τον τάφο της να δει κι όταν πια μέσα μπαίνει
το Θεοδόχον σκήνωμα το βλέπουνε να λείπει
Όλοι το καταχαίρονται, η απιστία εκλείπει
αφότου βεβαιώνονται για την Ανάστασή της
για την Ανάληψη αυτής και την Μετάστασή της
Περνούνε χρόνοι και καιροί ωσότου η αγία
Ελένη στη Γεθσημανή κτίζει μιαν εκκλησία 
Κι αργότερα ο Μαυρίκιος, τον έκτο τον αιώνα
θα βρει όλα τα σπάργανα, τη ζώνη, τον χιτώνα
και θα τα πάει στον ναό της Παναγιάς Βλαχέρνας
εκεί που το αγίασμα απ' την καριδά μιας στέρνας 
βγαίνει το ιαματικό. Νέα Γεθσημανή της
βρίσκει η Παναγία μας, στην Πόλη της στοργής της.



Βασισμένο στο βιβλίο του  Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, "Θερινό Συναξάρι" τόμος Β΄, εκδ. ΑΚτή, Λευκωσία 2009. 


Monday, August 14, 2017

Ταπεινή Μητέρα




Όλα ξεκίνησαν από την προσευχή της Άννας που εισακούστηκε

Κι εσύ έγινες ο καρπός της στειρότητας

Το τάμα αποτέλεσες το έμψυχο στου Ναού τα ενδότερα

Κι έγινες του Ναού χτυποκάρδι

Σε αποχωρίστηκαν τα σπλάχνα της μάνας

Παραδίδοντάς σε στα σπλάχνα του Θεού

Και πώς να μη γίνεις η Εύσπλαχνη;

Οι προσευχές των ιερέων σε νανούρισαν

Σαν παραμύθια τις άφεγγες νύχτες

Πώς να μη γίνεις η Παραμυθία;

Κι από τα χέρια των αγγέλων ανατράφηκες

Αφού ο γλυκασμός τους ήσουν, τρυφερή

Ανάσαινες θυμιάματα, Κρινάκι εύοσμο 

Γυάλιζες σκεύη ιερατικά, Στοργή που τους πόθους κατατρόπωσες

Περπατούσες κι έπαιζες στα πατώματα

Που τόπια κατρακυλούσαν των ιερέων οι ευχές

Πώς να μη γεννήσεις εσύ την Οδό της ζωής;

Τον πόνο όλου του κόσμου πριν τον κόσμο γευτείς έζησες

Σκουπίζοντας και σφουγγαρίζοντας στα δάπεδα τα δάκρυά του

Πώς να μη γίνεις του κόσμου Λιμάνι;

Κι όταν στα καλντερίμια βγήκες, δεν περιπλανήθηκες

Οι πλάνητες, οι πλάνοι κι οι διαδρομές τους

Χάρτης ανάγλυφος ήδη κατοικούσαν μες στα μάτια σου  

Μνηστεύτηκες τον ηλικιωμένο, χήρο Ιωσήφ

Κι έγινες παρηγοριά των γηρατειών και της χηρείας

Ανέλαβες τα εφτά παιδιά του κι ας ήσουν ένα τόσο δα μικρό παιδί

Πώς αλλιώς θα γινόσουν η Προστάτιδα των ορφανών;

Μα πώς στο τέλος τέλος

Να μη σε επιλέξει ο Θεος με τέτοια "προϋπηρεσία"

Πώς να μη σου υποταχθεί ακόμη κι ο Πατέρας

Πώς να επιμείνει στη σφραγισμένη στο ανθρώπινο

Πόρτα του Παράδεισου;

Τίποτα δε ζήτησες, Μαρία, και σου δόθηκαν τα πάντα

Τίποτα δε διαφέντεψες και όλα σιωπηλά τα υπηρέτησες

Έτσι έγινες Αφέντρα και Κυρά

Κι έκανες τον ουρανό να υποκλιθεί μπροστά σου

Έτσι λύγισες τον Ίδιο τον Θεό που ταπεινά από σένα ταπεινή

Σου ζήτησε να γεννήσεις τον Υιό Του

Κι εσύ που ‘χες ήδη αγκαλιάσει όλες τις επίγειες γέννες

Είπες το τελευταίο και μεγάλο Ναι

Το μεγαλύτερο και αποφασιστικότερο της Ιστορίας

Πώς να μη γίνει Μάνα του Θεού, η Μάνα των ανθρώπων

Των ευχών, των πόνων, των δακρύων;

Και πώς να μη γίνει ο Υιός του Θεού, Υιός Ανθρώπου;

Κι αν όλα αυτά είναι γνωστά

Πόσα άλλα άγνωστα παραμένουν, Θεοτόκε

Πώς νουθετούσες τον μικρό Χριστό

Πώς έλουζες τα χρυσά μαλλιά και τ’ άγιο Σώμα Του

Πώς τον σκέπαζες τις νύχτες μην κρυώσει

Πώς του μάθαινες τις προσευχές που γνώριζες

Πώς έπαιζες με τα χώματα μαζί του

Πώς τον χάρηκες τριάντα χρόνια 

Και πώς τον αποχαιρέτισες σαν έφυγε

Κι έμεινες να υφαίνεις, να κεντάς, να πλέκεις

Να συγυρίζεις την αυλή και τα λουλούδια

Και τις γειτονοπούλες να παρηγορείς

Να ταϊζεις ορφανά, να ντύνεις απόρους

Να κάνεις την αγάπη προσευχή, την προσευχή αγάπη

Ωσότου η ρομφαία του Σταυρού να διαπεράσει

Τόσο άδικα τα σπλάχνα του κόσμου και σπλάχνα σου

Κι ύστερα να γερνάς αθόρυβα, παραδομένη

Στου αγαπημένου Ιωάννη τη στοργή

Μέχρι την ώρα που για ύστατη φορά

Το φτωχικό σου σπίτι θα καθάριζες

Και σεντόνια καθαρά στην κλίνη σου θα έστρωνες

Για να έρθει ο Υιός σου ο Μονογενής

Να σε κρατήσει ως Τον κράτησες κι εσύ

Και να σε οδηγήσει στην ουράνια Φάτνη

Να γίνεις Σκέπη και Φάτνη του κόσμου μας

Τείχισέ μας, σκέπασέ μας και οδήγησέ μας Θεοτόκε στην ποδιά σου

Κι ύστερα απόθεσέ μας, Πάναγνε

Στα κατατρυπημένα πόδια του Παιδιού σου.

Sunday, August 13, 2017

Κυριακὴ Ι᾽Ματθαὶου

Σχετική εικόνα

(Ματθ. 17,14-23)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἄνθρωπος τίς προσῆλθε τῷ Ἰησοῦ, 
14. γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 
15. Κύριε, ἐλέησόν μου τὸν υἱόν, ὅτι σεληνιάζεται καὶ κακῶς πάσχει· πολλάκις γὰρ πίπτει εἰς τὸ πῦρ καὶ πολλάκις εἰς τὸ ὕδωρ. 
16. καὶ προσήνεγκα αὐτὸν τοῖς μαθηταῖς σου, καὶ οὐκ ἠδυνήθησαν αὐτὸν θεραπεῦσαι.
17. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη ἕως πότε ἔσομαι μεθ’ ὑμῶν; ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν; φέρετέ μοι αὐτὸν ὧδε. 
18. καὶ ἐπετίμησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐξῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δαιμόνιον καὶ ἐθεραπεύθη ὁ παῖς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης.
19. Τότε προσελθόντες οἱ μαθηταὶ τῷ Ἰησοῦ κατ’ ἰδίαν εἶπον· διατί ἡμεῖς οὐκ ἠδυνήθημεν ἐκβαλεῖν αὐτό; 
20. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· διὰ τὴν ἀπιστίαν ὑμῶν. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν ὡς κόκκον σινάπεως, ἐρεῖτε τῷ ὄρει τούτῳ, μετάβηθι ἐντεῦθεν ἐκεῖ, καὶ μεταβήσεται, καὶ οὐδὲν ἀδυνατήσει ὑμῖν.
21. τοῦτο δὲ τὸ γένος οὐκ ἐκπορεύεται εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ.
22. Ἀναστρεφομένων δὲ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· μέλλει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοσθαι εἰς χεῖρας ἀνθρώπων 
23. καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐγερθήσεται. καὶ ἐλυπήθησαν σφόδρα.