Labels

Monday, October 23, 2017

Η δράση του Κακού - Παύλου Ευδοκίμωφ


Η διήγηση του δαιμονισμένου των Γεργεσηνών φανερώνει με ανάγλυφο τρόπο την φύση του Κακού. Ο Χριστός κάνει στο δαιμόνιο μια τρομερή ερώτηση: «Τί ὄνομά σοι;». Για την ιουδαϊκή νοοτροπία, το όνομα ενός πράγματος ή ενός όντος εκφράζει την ουσία του, και το αρχαίο απόφθεγμα «nomen est omen» (το όνομα είναι ένας οιωνός) βλέπει μέσα στο όνομα την έκφραση του προσώπου και της τύχης του. Η ερώτηση του Ιησού σήμαινε λοιπόν: «Ποιος είσαι, ποια είναι η φύση σου, το κρυμμένο είναι σου;». Και το δαιμόνιο απαντά: «Λεγεών ὄνομά μοι, ὅτι πολλοί ἐσμεν».

Αυτό το απότομο πέρασμα από τον ενικό στον πληθυντικό, από το «μοι» στο «ἐσμέν», αποκαλύπτει την δράση του Κακού μέσα στον κόσμο: το αθώο ον πού δημιουργήθηκε από τον Θεό, μέσα στην εύθραυστη και μη συνειδητή ακόμη ενότητά του, θραύεται, σπάζει σε κομμάτια μεμονωμένα, και αυτό είναι η κόλαση. Ο ελληνικός Άδης, όπως και ο εβραϊκός Σεόλ σημαίνουν και οι δύο αυτόν τον σκοτεινό τόπο, όπου η μοναξιά καταντά τον άνθρωπο στην ακραία πτωχεία του δαιμονικού αυτοαπομονωτισμού (solipsisme). Θα μπορούσαμε να παραστήσουμε τον Άδη σαν ένα κλουβί κατασκευασμένο από καθρέπτες· μέσα εκεί δεν μπορεί κανείς να δει παρά το δικό του πρόσωπο, πού πολλαπλασιάζεται επ’ άπειρον και κανένα άλλο βλέμμα δεν έρχεται να το κοιτάξει.  

Το να μη βλέπεις παρά τον εαυτό σου σημαίνει να χορταίνεις από αυτόν μέχρι ναυτίας, μέχρι πού να παθαίνεις οντολογικό λόξυγγα. Τα κοπτικά Αποφθέγματα του αγίου Μακαρίου δίδουν μια συναρπαστική περιγραφή αυτής της μοναξιάς. Οι δέσμιοι είναι δεμένοι πλάτες με πλάτες, και μόνο μια μεγάλη προσευχή των ζωντανών τους χαρίζει μια στιγμή αναπαύσεως: «Όσο χρόνο διαρκεί ένα ανοιγόκλεισμα των ματιών βλέπουμε τις μορφές μας ο ένας του άλλου...».

Αντιθέτως, απέναντι σ' αυτή την δράση του Κακού, ο Απόστολος Παύλος παρουσιάζει την δράση του Καλού, του Χριστού: «ὅτι εἷς ἄρτος (ο Χριστός) ἕν σῶμα οἱ πολλοί ἐσμεν»· και μέσα στην ευχαριστιακή κοινωνία γίνεται το εν από όλους που «ἀνεκεφαλαιώθησαν ἐν Χριστῷ» κατά την εικόνα της τριαδικής κοινωνίας· ο Θεός, ένας και ταυτόχρονα τριάς, η ενότης μέσα στο πολλαπλούν.




*Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χρστοδούλου

Sunday, October 22, 2017

Κυριακὴ ΣΤ’ Λουκᾶ

Σχετική εικόνα

(Λουκ. 8,26-39)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ 
26. εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, 
27. ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν.
28. ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 
29. παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 
30. ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 
31. καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 
32. ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς.
33. ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 
34. ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς.
35. ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν.
36. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 
37. καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. . ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 
39. ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.





Saturday, October 21, 2017

Κεραυνοβόλος έρωτας


Ενώ έκανε στάση το λεωφορείο
Οι οδοιπόροι να ανεβούν της ζωής
Έξω από το παράθυρο ένα δέντρο
την άστεγη καρδιά κεραυνοβόλησε
Κάθε του μίσχος φορτωμένος αγκαλιές
Χλωρά αποτυπώματα αγγέλων
Ρίγηζαν στο απαλότατο το φύσημα
Χορεύοντας χορογραφία μυστική
Με συστολή, ρυθμό και χάρη τόση
Που τα τείχη της καρδιάς συντρίφτηκαν

Γλυκός ο θάνατος 
Από το τρυφερό φιλί 
Του Αοράτου 






*Η εικόνα από: https://gr.depositphotos.com/26656057/stock-illustration-autumn-landscape-with-trees-and.html 

Friday, October 20, 2017

Τραγούδι της Ανακομιδής των Ιερών λειψάνων του Οσίου Γερασίμου του Νέου


Του γέροντος Πορφύριου ήτανε στενός φίλος
Ο άγιος Γεράσιμος, λαμπρός όσο κι ο ήλιος
Ξημέρωνε η χάρη του, όπως τούτη τη μέρα
Και στο κρεβάτι ο γέροντας ανήμπορος κει πέρα
Κάθονταν, και τον άκουσαν συνομιλία να ‘χει
Με κάποιον που δεν έβλεπαν κι αόρατα ήρθε τάχυ
Κάποιον εναγκαλίζεται, κάποιος τον αγκαλιάζει
Και ασπασμούς αλλάζουνε, πράγμα που τους ξαφνιάζει
Σαν τέλειωσε η ομορφιά κι οι φίλοι το μπορέσαν
Ρωτήσανε τον γέροντα γι’ αυτό που τόσο αρέσαν
Ποιος ήταν, πούθε έφτασε και τι αυτός ζητούσε;
Δεν είδατε, παιδάκια μου, ποιος με ευχαριστούσε
Που τόσο πλια τον αγαπώ και πάντα με προσέχει;
Ο άγιος Γεράσιμος ήταν που με συντρέχει
Ο τόπος ευωδίασε, σάστισαν οι ανθρώποι
Μυστήριοι, παράξενοι οι αγιασμένοι τρόποι
Γεννήθηκε στα Τρίκαλα, ο άγιος, Κορινθίας
Το χίλια πεντακόσια εννιά, επί Τουρκοκρατίας
Από την Πόλη έρχονταν, γένος των Νοταράδων
Και τον Λουκά τον Νοταρά, που εν μέσω των αγάδων
Ο τελευταίος ήτανε Ρωμιός πρωθυπουργός μας
Ο άγιος Γεράσιμος, μεγάλος άγιός μας,
Με τις Γραφές μεγάλωσε, τις Θείες αγαπούσε
Και μέσα τους ανάσαινε κι όλο τις μελετούσε
Σε ηλικία ώριμη κάποτε ξεκινάει
Έργο ιεραποστολικό, και πού αυτός δεν πάει
Στην Πόλη και στην Ζάκυνθο, στου Πόντου ψηλούς λόφους
Στο Άγιον Όρος μοναχός θα γίνει και στους Τόπους
Τους Άγιους θα πορευθεί κι εκεί θα ανγαλλιάσει
Η άγια ψυχούλα του και δε θα τους χορτάσει  
Στο μοναστήρι του Σινά θα πάει ακολούθως
Μετά στην Αλεξάνδρεια και στη Λιβύη κι ούτως
Ειπείν στην Αίγυπτο, εκεί στους ερημίτες
Μαζεύει χάρη περισσή από τους αγιορήτες
Στους Άγιους Τόπους γύρισε, πρεσβύτερος να γίνει
Εις τον Πανάγιο Τάφο μας πλέον θα παραμείνει
Δώδεκα χρόνια ολάκερα κι απ’ το νησί της Κρήτης
Θα φύγει για τη Ζάκυνθο κι εκεί σαν ερημίτης
Πέντε χρονάκια σε σπληλιά θα ζει μόνο χόρτα
Αφήνοντας τους πονηρούς εχθρούς έξω απ’ την πόρτα
Της άγιας ψυχούλας του, ωστότου καταφθάσει
Στη νήσο της Κεφαλλονιάς, όπου και κει την τάση
Του ασκητή για να κλειστεί σε μια σπηλιά, ακούει
Μέχρι εκεί στα Ομαλά να φτιάξει τη μονή του
Και εκκλησιά στην Παναγιά που ‘ναι η απαντοχή του
Μια νέα Ιερουσαλήμ, έφτιαξε και μαζεύει
Καλογριές θεόπνευστες και όλες τις νυμφεύει
Με τον Χριστό και όταν πια το τέλος του κοντεύει
Με άγια λόγια και καλά όλες τις συμβουλεύει
Ήταν Δεκαπενταύγουστος όταν η Παναγία
Που την ψυχή του αγάπησε την τρυφερή κι αγία
Τον πήρε στα χεράκια της μαζί με τον Υιό της
Κι ένα θρονί του χάρισε μες στον Παράδεισό της 
Σαν σήμερα γιορτάζουμε την ανακομικδή του
Το λείψανό του άφθαρτο μετά την κοίμησή του
Έμεινε να το χαίρονται άνθρωποι και αγγέλοι
Έτσι το θέλησε ο Θεός κι ας κάνει ό,τι θέλει




*Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, Ακτή, Λευκωςία, 2008


Τα φαινόμενα απατούν


Το έλεγαν οι εξ Αιγύπτου γέροντες
Αφότου αποχρωματίζονταν οι εντυπώσεις
Μιας ολάκερης ζωής απ’ τα μαλλιά τους
Ολίγον αληθές, σοφιστικό συνάμα μα και αστείο
Άξιο να το συλλογιστεί κανείς έστω και λίγο

Απ’ όσα ακούς
Να μην πιστεύεις τίποτα 
Απ’ όσα βλέπεις 
Τα μισά 
Απ’ όσα πιάνεις 
Όλα
Τ’ άκουσες;
Τ’ άκουσα.
Ε, μην πιστεύεις τίποτα.

Wednesday, October 18, 2017

Ὁ Ἃγιος Λουκᾶς ὁ Εὐαγγελιστὴς

Αποτέλεσμα εικόνας για αγιος λουκας ευαγγελιστης


«Εἰς Ἐμμαοὺς βλέπειν σε κἂν πρὶν εἰργόμην,
(Λουκᾶς λέγει), τρανῶς σε νῦν Χριστὲ βλέπω».
Ὀγδοάτῃ δεκάτῃ πέρατος βίου ἔμμορε Λουκᾶς.

Ο Άγιος Λουκάς ο Ευαγγελιστής καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας και η εθνικότητα του ήταν Ελληνική.
Ήταν γιατρός στο επάγγελμα, όμως γνώριζε πολύ καλά τη ζωγραφική τέχνη. Μάλιστα σε αυτόν αποδίδονται οι πρώτες εικόνες της Θεοτόκου με τον Ιησού Χριστό βρέφος στην αγκαλιά της (μία υπάρχει μέχρι σήμερα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου), καθώς και αυτές των Αποστόλων Πέτρου και Παύλου.
Στη χριστιανική πίστη κατηχήθηκε από τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο συνάντησε στη Θήβα και έκτοτε αφοσιώθηκε στο κήρυγμα του Ευαγγελίου.
Περιόδευσε στη Δαλματία, Ιταλία, Γαλλία, Αχαΐα, Βοιωτία κ.α. 
Συνέγραψε το τρίτο κατά σειρά Ευαγγέλιο της Καινής Διαθήκης, καθώς και τις πράξεις των Αποστόλων.
Λέγεται ότι πέθανε με μαρτυρικό θάνατο (κατ’ άλλους ειρηνικά σε ηλικία 80 ετών),
και το 357 μ.Χ., το λείψανο του μετακομίσθηκε στην Κωνσταντινούπολη, στο ναό των Αγίων Αποστόλων.



https://aerapatera.wordpress.com/2017/10/18/ὁ-ἃγιος-λουκᾶς-ὁ-εὐαγγελιστὴς/


Tuesday, October 17, 2017

Το κοινό τραπέζι - Δοκίμιο στο σχολικό βοήθημα της Έκθεσης της Α ΄Γυμνασίου - εκδ. Πατάκη



Το κοινό τραπέζι

Η μαγειρική αποτελεί την εφαρμοσμένη ποιητική διάθεση του ανθρώπου στην καθημερινότητα, τη γευστική έκφραση της ύπαρξής του και τη συνέχεια της συλλογικής μνήμης του ουρανίσκου ενός λαού.
Η ικανότητά της προϋποθέτει ταλέντο και  κίνηση προσφοράς προς τον πλησίον. Μαγειρεύοντας για τον εαυτό σου, σπάνια ενσταλλάζεις στο φαγητό όλο σου το μεράκι, όπως όταν μαγειρεύεις για τους άλλους. Ακόμη σπανιότερα μπορείς να μαγειρέψεις  καλά, αν δεν έχεις ανατραφεί με ποιοτικά μαγειρέματα κατά την παιδική σου ηλικία. Εκεί διαμορφώνεται το μαγειρικό ένστικτο.
Μαγειρεύοντας, ανακαλούνται παλιές μυρωδιές και γεύσεις σαν ένα λησμονημένο νανούρισμα. Ξεπηδούν ξεχασμένες εικόνες της μητέρας σου στην κουζίνα οδηγώντας αόρατα το χέρι σου, που δίχως να το έχει ποτέ διδαχθεί, γνωρίζει τις συνταγές όπως τα δάχτυλά του.
Την αγάπη προς τη μαγειρική, μάς την κληροδοτεί η γιαγιά ή η μάνα μας που  στήριξαν όλες τις στιγμές της ανήλικης ζωής μας μαγειρεύοντας. Το παράδειγμά τους στάθηκε η καθημερινή πρακτική της αγάπης τους προς την οικογένεια, τους φίλους και τους ξένους της. 

Η ελληνική κοινωνία δομήθηκε γύρω από το κοινό τραπέζι, που αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο της οικογένειας, και ανθίσταται μέχρι σήμερα -σε αντίθεση με άλλες κοινωνίες- στην εύκολη επιλογή του πρόχειρου αγορασμένου φαγητού. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλα συμβαίνουν στο τραπέζι της ελληνικής κουζίνας. Εκεί, μικροί και μεγάλοι τρώνε, πίνουν, διαβάζουν, παίζουν, ζωγραφίζουν. Εκεί λογαριασμοί, βιβλία, σημειώματα. Το καντήλι και η εικόνα του Μυστικού Δείπνου, να ευλογεί ο Θεός το φαγητό μας. Όπως το φαγητό αποτελεί το κέντρο της ζωής της οικογένειας, αντίστοιχα η Θεία Ευχαριστία αποτελεί το κέντρο της λατρευτικής ζωής της “οικογένειας των πιστών”.

Το κοινό τραπέζι είναι ο στέρεος πυρήνας της οικογένειας. Αρώματα, καπνοί, ήχοι, χρώματα και γεύσεις, δημιουργούν μια μεθυστική θαλπωρή που “ξεκλειδώνει” τα μέλη της οικογένειας και συζητούν, γελούν, εξομολογούνται, δηλαδή γνωρίζονται. Χτίζουν τη σχέση τους. Το καλομαγειρεμένο φαγητό είναι ο καταλύτης αυτής της σχέσης, όπως άλλωστε και κάθε  σχέσης. Από τα ποντοπόρα πλοία μέχρι τα κοινόβια μοναστήρια, βασικός συνδετικός κρίκος των ανθρώπων που συμβιώνουν είναι ο καλός μάγειρας. Έχει τη δύναμη να μαλακώσει  καρδιές, να απαλύνει αντιθέσεις, να παρηγορήσει θλίψεις, να θεραπέύσει αρρώστιες.
Η χαρά που προσφέρει ένα ωραίο φαγητό είναι  απλόχερη και γενναιόδωρη. Μπορείς να της αντισταθείς όσο μπορείς να αντισταθείς και στο χάδι του ήλιου. Άνθρωποι που δεν τρώνε καλά, γίνονται εριστικοί ή μίζεροι, ενώ οι πεινασμένοι γίνονται πολύ ευκολότερα επιθετικοί από τους χορτασμένους. 
Πώς γίνεται ένα ωραίο φαγητό; Όπως γίνεται κι ένα ωραίο ποίημα. Με έμπνευση και ειλικρίνεια, χωρίς διάθεση επίδειξης, με λιτότητα στη χρήση των υλικών, μέτρο και αρμονία, αίσθηση του ρυθμού και της θερμοκραασίας. Ας μην ξεχνούμε πως τα δυσκολότερα φαγητά είναι τα απλούστερα, όπως τα χάι κου στην ποίηση.


Βασιλική Νευροκοπλή, συγγραφέας


*Ευχαριστώ την κ. Ασπασία Λαμπρινίδου και τις εκδόσεις Πατάκη που συμπεριέλαβαν το εν λόγω κείεμνό μου που είχα δημοσιεύσει παλαιότερα στο μπλογκ μου και διόρθωσα από την αρχή προκειμένου να τηρεί τον απαιτούμενο αριθμό λέξεων. Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο και να βοηθήσει τα παιδιά της α ΄γυμνασίου.


Monday, October 16, 2017

Όρθρου βαθέως



Όταν ξυπνάς αφότου ξημερώσει, 
θαρρείς πως εύκολα δρασκελίζει τα βουνά το φως 
Μα σαν σηκώνεσαι καταμεσής της νύχτας
και μαζί του στον ανήφορο αγκομαχείς 
Νιώθεις τον κόπο, τον αγώνα και το πείσμα του 
να ξαναλάμψει πάνω απ’ τον ντουνιά ακέριο. 
Σαν χειροκρότημα αθέατων φτερών
Ακούς τα σήμαντρα να ηχούν περιχαρή
Μόλις η πρώτη φωτεινή λεπίδα σκίσει τα σκοτάδια 
Και τρυπώνει έτσι η νέα μέρα στην καρδιά σου 
Σαν τον Χριστό στην αγκαλιά της Παναγιάς 
Πιο φωτεινή κι από το θάμβος του ήλιου
κι από το φως των οφθαλμών σου φωτεινότερη 







*Η ζωγραφιά από τον ακόλουθο σύνδεσμο: https://gr.pinterest.com/pin/425027283561833746/?lp=true

Sunday, October 15, 2017

Κυριακὴ Δ’ Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για δ λουκα

(Λουκ. 8,5-15)

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην·
5. ἐξῆλθεν ὁ σπείρων τοῦ σπεῖραι τὸν σπόρον αὐτοῦ. καὶ ἐν τῷ σπείρειν αὐτὸν ὃ μὲν ἔπεσε παρὰ τὴν ὁδόν, καὶ κατεπατήθη, καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατέφαγεν αὐτό· 
6. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐπὶ τὴν πέτραν, καὶ φυὲν ἐξηράνθη διὰ τὸ μὴ ἔχειν ἰκμάδα·
7. καὶ ἕτερον ἔπεσεν ἐν μέσῳ τῶν ἀκανθῶν, καὶ συμφυεῖσαι αἱ ἄκανθαι ἀπέπνιξαν αὐτό· 8. καὶ ἕτερον ἔπεσεν εἰς τὴν γῆν τὴν ἀγαθήν, καὶ φυὲν ἐποίησε καρπὸν ἑκατονταπλασίονα.
9. Ἐπηρώτων δὲ αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη.
10. ὁ δὲ εἶπεν· ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσι καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν. 
11. Ἔστι δὲ αὕτη ἡ παραβολή· ὁ σπόρος ἐστὶν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ· 
12. οἱ δὲ παρὰ τὴν ὁδόν εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, εἶτα ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ αἴρει τὸν λόγον ἀπὸ τῆς καρδίας αὐτῶν, ἵνα μὴ πιστεύσαντες σωθῶσιν.
13. οἱ δὲ ἐπὶ τῆς πέτρας οἳ ὅταν ἀκούσωσι, μετὰ χαρᾶς δέχονται τὸν λόγον, καὶ οὗτοι ῥίζαν οὐκ ἔχουσιν, οἳ πρὸς καιρὸν πιστεύουσι καὶ ἐν καιρῷ πειρασμοῦ ἀφίστανται.
14. τὸ δὲ εἰς τὰς ἀκάνθας πεσόν, οὗτοί εἰσιν οἱ ἀκούσαντες, καὶ ὑπὸ μεριμνῶν καὶ πλούτου καὶ ἡδονῶν τοῦ βίου πορευόμενοι συμπνίγονται καὶ οὐ τελεσφοροῦσι. 
15. τὸ δὲ ἐν τῇ καλῇ γῇ, οὗτοί εἰσιν οἵτινες ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ. [Ταῦτα λέγων ἐφώνει· ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω][5].





Wednesday, October 11, 2017

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος


Ο Νικολής του Μιλάκο ο τσαγκάρης είναι ενννενήντα πέντε χρονών. Φτιάχνει ακόμα μερακλίδικα στιβάνια, παπούτσια με καλαπόδι και αξαμάρι και μεραμετίζει τα τρυπημένα των χωριανών μας. Προσέχει τη γυναίκα του τη θεια μου την Ειρήνη, Ερήνη πήρε μα πόλεμο βρήκε λέει χαριτολογώντας, οδηγεί σκαφτικό, είναι ψάλτης και διαβάζει την Αγία Γραφή όποτε κουραστεί ή τύχει να μην έχει δουελιά. Στα νειάτα του ξακουρστός μερακλής. Περνώ από το τσακαριό και λέω του κάθε φορά: Μπάρμπα, πες μου κάτι. Κι εκείνος μου λέει ιστορίες ή και παραμύθια και σοφίες κι όλη του τη ζωή. Και σα φεύγω μου δίνει την ευχή του. Προχθές μου αφηγήθηκε και ετούτη. Την μαγνητοφώνησα και την μεταφέρω επακριβώς. 

Ένα καιρό κάποιος ήθελε να γίνει ευτυχής. Και πήγε στις μοιράρηδες και είπε ‘νε: ίντα δα κάνω μπρε να γενώ ευτυχής; Λέει: πήγανε να βρεις ένα ευτυχή άνθρωπο να σου δώσει ένα πουκάμισο να το βάλεις να γενείς κι εσύ ευτυχής. Ο άνθρωπος εσκέφτηκε ότι εκείνη τη εποχή ο πιο πλούσιος βασιλιάς του κόσμου ήταν στην Αγγλία. Λέει: εγώ δα πάω να του ζητήσω να μου δώσει κι εμένα ένα πουκάμισο να το βάλω. Επήε λοιπόν, τον βρήκε, ήπιασε, λέει έτσι κι έτσι, ξέρω ότι είσαι ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου και ήρθα να μου δώσεις ένα πουκάμισο από τα δικά σου να ευτυχής κι εγώ. Λέει του: ε, κακομοίρη μου, εγώ ‘μια ο πιο δυστυχής του κόσμου. Λέει, γιάντα; Και λέει του: για να κάθοσι επαέ που κάθομαι εσκότωσα τον αδερφό μου. Λοιπόν εσκώθηκε ο άνθρωπος και εμίσεψε. Κι επέρασε  απόνα μέρος κι είχανε γλέντια μυστήρια, ένα τ’ άλλο, και θωρεί μια κοπέλα και χόρευε κι είπε ‘νε: κεράσετέ τη τή μυστήρια. Και λέει: ετούτη ‘νια ‘ναι κι ευτυχισμένη. Και σιμώνει κοντά της και της λέει: Κοπέλα μου θωρώ πως είσαι ευτυχισμέη. Να μου δώσεις θες κι εμένα ένα πουκάμισό σου να γενώ κι εγώ ευτυχής. Λέει του: παιδί μου εγώ ‘μαι η πιο δυστυχισμένη του κόσμου. Λέει της, γιάντα; Λέει του: θωρείς εκιονά που κάθεται εκείέ χάμε; εκειόνα θέλω μ’ αυτός δεν με θέλει. Λοιπόν φεύγει κι από κει, λέει, δεν βρίσκω ευτυχία. Ηρχονταί ‘νε λοιπόν επάνω και θωρεί ένα βοσκό και κάθουνταί ‘νε κι είχε καμμιά δεκαριά πρόβατα κι ήπαιζε ένα θιαμπόλι και τραγούδαε ‘ναι. Λέει: ετούτος ‘σάς είναι ευτυχής. Και σιμώνει κοντά και του λέει: Κουμπάρε, είσαι ο πιο ευτυχής του κόσμου. Λέει του: ναι παιδί μου, εγώ είμαι ο πιο ευτυχής του κόσμου με τα προβατάκια μου επαδέ, με τα τραγούδια μου. Λέει: να μου δώσεις κι εμενα ένα πουκάμισο να το βάλω να ευτυχίσω. Λέει: ντα δεν έχω παιδί μου μόνο ετούτονά που φορώ. Ακού εδά, κι έτσι ευτυχία δεν υπάρχει. (Μικρή παύση και συνεχίζει). 
Η ευτυχία κι η χαρά δεν είναι κομπλόι.
Καθένας έχει στην κάρδιά κάτι και τόνε τρώει. 
Θα το φωνάξω δυνατά ο κόσμος να το μάθει 
Πως δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς καϋμούς και πάθη. 
Ούτος ο κόσμος είν’ βαθύς, κανείς δεν τόνε βγάνει  
κι όποιος τα ντρέτα προπατεί κερδίζει μα δεν χάνει.


* Αντέγραψα το κείμενο από το ιστολόγιο του Ιωάννη Φρουδαράκη "Πρόσωπο Φωτός" http://froudarakis1.blogspot.gr/ , του οποίου είναι και το πρώτο εισαγωγικό κείμενο. Εκεί το κείμενο είναι στο πολυτονικό, αλλά επειδή κάνοντας copy paste έβγαινε μαύρο και δεν διαβάζονταν, δυστυχώς εγώ μόνο στο μονοτονικό μπορούσα να το γράψω, αντικαθιστώντας παράλληλα την άνω τελεία με τελεία ή κόμμα και άλλες μικροεπεμβάσεις χάριν της ανάγνωσης. 


Η Φωτογραφία είναι από: http://polydrososparnassou.blogspot.gr/2016/12/blog-post_66.html


Monday, October 9, 2017

Αννάστησέ με - Vladimir Mayakovsky


Εμένα πρέπει ν’ αναστήσεις.

Βάλε μου πάλι μια καρδιά!

                                  Ένα κύμα αίμα

                                  ως τις ελάχιστες φλεβίτσες.

Κάνε να μου ξαναβλαστήσει η σκέψη στο κρανίο!

Δεν έζησα το γήινο μερτικό μου.

Πάνω στη γη

                   δεν ξόδεψα το μερτικό μου του έρωτα.

Είχα δυό μέτρα μπόι.

                                  Τι μ’ ωφέλησε;...

Ανάστησέ με

                έστω γι’ αυτό μονάχα

                                         γιατί εγώ,

                                                       σαν ποιητής,

σε καρτερούσα,

                την καθημερινή μετριότητα απορρίπτοντας.





*Μας το έστειλε ο π. Βασίλειος Χριστοδούλου 



Sunday, October 8, 2017

Κυριακὴ Γ᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για γ λουκα

(Λουκ. 7,11-16)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἐπορεύετο ὁ Ἰησοῦς 
11. εἰς πόλιν καλουμένην Ναΐν· καὶ συνεπορεύοντο αὐτῷ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἱκανοὶ καὶ ὄχλος πολύς. 
12. ὡς δὲ ἤγγισε τῇ πύλῃ τῆς πόλεως, καὶ ἰδοὺ ἐξεκομίζετο τεθνηκὼς υἱὸς μονογενὴς τῇ μητρὶ αὐτοῦ, καὶ αὕτη ἦν χήρα, καὶ ὄχλος τῆς πόλεως ἱκανὸς ἦν σὺν αὐτῇ.
13. καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ’ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε. 
14. καὶ προσελθὼν ἥψατο τῆς σοροῦ, οἱ δὲ βαστάζοντες ἔστησαν, καὶ εἶπε· νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι. 
15. καὶ ἀνεκάθισεν ὁ νεκρὸς καὶ ἤρξατο λαλεῖν, καὶ ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ. 
16. ἔλαβε δὲ φόβος πάντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, λέγοντες ὅτι προφήτης μέγας ἐγήγερται ἐν ἡμῖν, καὶ ὅτι ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ.

 




Saturday, October 7, 2017

Φθινόπωρο



Με την πρώτη σταγόνα της βροχής
Αναστήθηκε το Φθινόπωρο

Thursday, October 5, 2017

Τα Μην - Αγγελή Μαριανού


ΤΑ ΜΗΝ

Τα όμορφα Μην περνούν αδιάφορα
με πρόσχαρο το λίκνισμα από μπροστά μας
Και δες, τα χέρια απλώνουν ανοιχτά,
σα σ’ όνειρο δουλεύουν ακούραστα,
αρπάζοντας από ένα Μην για να το βάλουν
τρόπαιο στην κρυσταλλιέρα της φαντασίας.
Τα όμορφα Μην πάσχουν και ίπτανται
ως αιωρούμενες φούσκες περνούν
από χέρι σε χέρι και σπουν αθόρυβα
πάνω στα μούτρα μας.
Τα όμορφα Μην είν’ άπιαστα,
εις μάτην το παλεύουν μιας και δεν ξέρουν
τι πα’ να πει το Μην στην ώρα του.

Αγγελής Μαριανός, ΤΑ ΠΕΖΟΛΙΒΑΔΑ, σ.13, εκδ. Θράκα, 2017 

Wednesday, October 4, 2017

Τι είναι ο άνθρωπος;


Όταν αναρωτιέμαι
Τι είναι ο άνθρωπος
Ποιες λέξεις να τον περικλείουν
Ολάκερο, ακέραιο, συμπαγή
Ζευγάρια ξεπηδούνε 
Καλωσόρισες κι Αντίο
Συγνώμη και Ευχαριστώ
Καρπός και Άνθος

Μα οι γέροντες ξέρουν άλλες απαντήσεις
Κατά κανόνα πιο αληθινές

Τι κάνεις κυρά Λένη;
Κατά τον καιρό
Γελά ο ήλιος και γελώ
Αν βρέχει εγώ κλαίω

Στεναχωριέσαι, μάνα μου, που θα πεθάνεις;
Όχι που θα πεεθάνω, κόρη μου
Που θα πάψω να μαθαίνω

Χρόνια πολλά για τη γιορτή σου, γέροντα
Δε γιορτάζω εγώ 
Το έχω κόψει εδώ και χρόνια 
Γιορτάζει ο άγιος
Είναι αρκετό να τον παρακαλάς για μένα
Άντε τώρα, μην τα ακούσεις κι εσύ

Ολάκερος, ακέραιος, συμπαγής
Πώς μου ‘ρθε;


Tuesday, October 3, 2017

Τραγούδι του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη


Στα χρόνια Δομετιανού έζησε στην Αθήνα
Ο άγιος Διονύσιος και ήταν από κείνα
Τα θαυμαστά τα τέκνα της ως διακεκριμένος
Με καλλιέργεια βαθιά και αφοσιωμένος
Στα γράμματα και τις σπουδές αρχαίας φιλοσοφίας
Έγινε μέλος της Βουλής, λόγω τέτοιας παιδείας,
Του Αρείου Πάγου κι αρχικά ήταν ειδωλολάτρης
Μα όταν ήρθε η στιγμή που ως αυτήκοος μάρτυς
Του Αποστόλου των Εθνών φλογίστηκε η ψυχή του
Από το θείο κήρυγμα, την παλαιά ζωή του
Άφησε και βαπτίσθηκε κι αργότερα στο θρόνο
Τον επισκοπικό ανέβηκε των Αθηνών τον χρόνο
Που χήρεψε σαν ο ευσεβής Ιερόθεος εκοιμήθη.
Για τη μεγάλη προσφορά και τα χρηστά του ήθη
Του έδωσε ο Κύριος χαρίσματα θαυμάτων
Και τις γραφές ερμήνευε ως μύστης των πραγμάτων
Περιοδεύοντας συχνά σχεδόν σ’ όλη την Δύση 
Παρέα με τον Ρουστικό, ένα του μαθητή του
Μα και τον Ελευθέριο, κι αυτόν συμπορευτή του
Θα συλληφθεί και ύστερα στις φυλακές της πόλης
Που λένε ειναι του φωτός της οικουμένης όλης
Κι εκεί θα αποκεφαλιστεί μέσα στας Παρισίους
Μαζί με τους αγαπημένος του τους μαθητές κι οσίους
Ο ηγεμόνας διέταξε κανένας να μη θάψει
Τα των μαρτύρων λείψανα. Ομως θα τα φυλάξει
Μία ομάδα χριστιανών κι αφού ο φόβος λείψει 
Θα τα ενταφιάσουνε με δέος δίχως τύψη
Της πόλεως των Αθηνών έγινε ο κλειδούχος
Ο μέγας τρισμακάριος κι άγιος Πολιούχος
Και στους προσφάτους χρόνους μας τη μέρα της γιορτής του
Ορίστηκε οι άγιοι της τότε επισκοπής του 
Να εορτάζουν σύσσωμοι, να 'ναι η χαρά μεγάλη!