Labels

Monday, June 26, 2017

ΑΘΩΣ - Τα χρώματα της πίστης - Έκθεση φωτογραφίας του Στρατού Καλαφάτη




Ο ΑΘΩΣ ΣΤΗ ΝΙΚΗΤΗ

Η έκθεση Άθως / Τα Χρώματα της Πίστης, παρουσιάζεται ανανεωμένη με νέες εικόνες, στον Τεχνοχώρο Αποθήκη, στην παραλία Νικήτης.
Σας περιμένω με ιδιαίτερη χαρά, να ανταμώσουμε στα εγκαίνια, με κρασί και μουσικές.

Sunday, June 25, 2017

Kυριακὴ Γ’ Ματθαὶου

Αποτέλεσμα εικόνας για γ ματθαιου

(Ματθ. 6,22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος· 
22. ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 
23. ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 
24. Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 
25. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 
26. ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
27. τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 
28. καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·
29. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 
30. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31. μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32. πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 
33. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.






Saturday, June 24, 2017

Τὸ γεννὲθλιο τοῦ Τιμὶου Προδρὸμου καὶ βαπτιστὴ τοῦ Κυρὶου Ἰωὰννη

Αποτέλεσμα εικόνας για γενεθλιο προδρομου


Ζαχαρία, χόρευε σὺν τῇ συζύγῳ
Οὐ πολλὰ μὲν τίκτοντες, ἓν δὲ καὶ μέγα.
Πρόδρομον ἀμφὶ τετάρτην εἰκάδα γείνατο μήτηρ.

Την ημέρα αυτή η Αγία μας εκκλησία εορτάζει το γενέσιο του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη.
Ο πατέρας του Ζαχαρίας, ήταν ιερέας. 
Κάποια ημέρα την ώρα του θυμιάματος, είδε μέσα στο θυσιαστήριο άγγελο Κυρίου, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο τον οποίο θα ονόμαζε Ιωάννη. 
Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά , αλλά δυσπιστούσε. 
Η γυναίκα του ήταν ηλικιωμένη και στείρα και άρα ήταν αδύνατο να κυοφορήσει και αυτές τις αμφιβολίες τις εξέφρασε στον άγγελο ο οποίος του απάντησε ότι το παιδί θα γεννηθεί και εκείνος θα τιμωρηθεί για την απιστία του, παραμένοντας κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. 
Πράγματι η γυναίκα του η Ελισάβετ συνέλαβε και μετά από εννέα μήνες γέννησε γιο. Οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση κατά την περιτομή του παιδιού οι συγγενείς, θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του δηλ. Ζαχαρία. 
Όμως ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω στο πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και όλοι οι παριστάμενοι πλημμύρισαν χαρά κι ελπίδα, διότι κατάλαβαν ότι γεννήθηκε ο Πρόδρομος της παρουσίας του αναμενόμενου Μεσσία. 
Ο Ιωάννης δε διέθετε μόνο το χάρισμα της προφητείας, αλλά αξιώθηκε και τη μεγαλύτερη χαρά και τιμή.
Βάπτισε το Μεσσία Χριστό, τον οποίο και ομολογούσε σ’ όλη του τη ζωή.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται
.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.

https://aerapatera.wordpress.com/2017/06/24/τὸ-γεννὲθλιο-τοῦ-τιμὶου-προδρὸμου-κ/



Friday, June 23, 2017

Ο γάιδαρος και το βόδι - Διασκευή αραβικού μύθου, α ΄ μέρος


Ζούσε κάποτε στη μακρινή Περσία ένας πλούιος πραματευτής. Είχε πολλά χωριά και πολλά υποστατικά στην κατοχή του, είχε και ζώα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του. Αυτά τα είχαν κι άλλοι. Μα τούτος ο πραματευτής είχε κι ένα χάρισμα που άλλος κανείς δεν το 'χε.  Καταλάβαινε τη γλώσσα των ζώων. Αυτό όμως δεν μπορούσε να το εκμυστηρευθεί σε κανέναν γιατί αν το μαρτυρούσε θα κινδύνευε η ζωή του.
Περνώντας μια μέρα έξω από ένα παχνί που διαφέντευε, ακούει τον γάιδαρο με να κουβεντιάζει με το βόδι.

  • Πόσο καλότυχος είσαι γάιδαρε! Μακαρίζω κι εσένα και την τύχη σου, είπε το βόδι στον γάιδαρο.
  • Και γιατί; το ρώτησε ο γάιδαρος.
  • Γιατί περνάς τη ζωή σου τρωγοντας και πίνοντας και αν δεν αναπαύεσαι, το πολύ πολύ να κουβαλάς για λίγο τον αφέντη μας από το σπίτι ως το χωράφι κα ιπάλι πίσω. Ενώ εγώ ο κακότυχος, από το χάραμα ως το βράδυ σέρνω το αλέτρι για να οργώσω το χωράφι και το βράδυ συνήθως είμαι τόσο κουρασμένος που δεν έχω κουράγιο ούτε να φάω και ξαπλώνω πάνω στις κοπριές και τα κάτουρα να έρθει το ξημέρωμα για να αρχίσω πάλι απ' την αρχή την κακότυχη ζωή μου.
  • Από το όνομά σου φαίνεται πως πράγματι είσαι χοντροκέφαλος, αστόχαστος και μπουνταλάς, του απάντησε ο γάιδαρος. Ενώ σε προίκισε η φύση με τόσες δυνάμεις, δεν τις εκμεταλλεύεσαι διόλου. Άκουσε το λοιπόν τη συμβουλή μου: Όταν θα έρθει το πρωί ο γεωργός να σε ζέψει στο αλέτρι, μούγκισε, απείλησε τον με τα κέρατα, χτύπα το πόδι σου στη γη πεισματικά κι όταν σου δώσει άχυρα να φας, μύρισέ τα, μα μη τα αγγίξεις.
  • Σαν καλά να τα λες και σ' ευχαριστώ. Θα κάνω ακριβώς όπως τα λέγεις και ελπίζω πως θα έχουμε ένα αίσιο τέλος.

Αυτά είπαν τα δυο ζώα και ο πραματευτής τα άκουσε. Την άλλη μέρα το πρωί πάει ο γεωργός να ζέψει στο αλέτρι το βόδι, το βρίσκει να κυλιέται κάτω σαν λεχώνα. Τα άχυρα ανέγγιχτα. Πάνω που πάει να το σηκώσει να το ζέψει, σηκώνεται εκείνο, να μουγκρητά, να χτύπημα τα ποδάρια του στη γη, να και καμώνεται πως θα του βγάλει το μάτι. Τρέχει στον αφέντη ο γεωργός και το και το του λέει τα μαντάτα. Αρρώστησε μαθές το βόδι, αφέντη, και τι θα κάνουμε;

Τα ακούει ο πραματευτής και του απαντά: Μιας και αρρώστησε το βόδι, πιάσε και ζέψε το γάιδαρο στο αμάξι και στο αλέτρι να οργώσει όλη μέρα. Έτσι κι έγινε.

Τόσο πολύ κουράστηκε ο γάδαρος που άμαθος καθώς ήτανε σε τόση δουλειά αλλά και τόσο ξύλο που έφαγε, το βράδυ δεν τον κρατούσαν τα πόδια του και σκεφτότανε: δικό μου είναι το φταίξιμο. Να που με έφερε η αγνωσία μου. Αν δε βρω μια μαργιολιά να μεταπείσω το βόδι να αλλάξει απόφαση, είναι βέβαιο πως θα αφανιστώ πολύ γρήγορα.

Αφού πληροφορήθηκε ο πραματευτής από τον γεωργό τι τράβηξε ο δύστυχος ο γάιδαρος, βγήκε το βράδυ να φεγγαρολουστεί στο κήπο μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κάποτε ξεγλυστρά και πάει στο παχνί να δει τι θα σκαρφιστεί ο γάιδαρος να πει στο βόδι. Το ακούει, λοιπόν, να λέει:

  • Τι γίνεται, φίλε; Πώς τα πέρασες σήμερα;
  • Αφού έφυγες εσύ, έφαγα όσα άχυρα βρήκα και ξεκουράστηκα ως τα τώρα. Να 'σαι καλά που με φώτισες κι άλλαξες το ριζικό μου.
  • Πες μου όμως αύριο που θα σε φέρει πάλι φαγί ο γεωργός, τι σκοπεύεις να κάνεις; ρωτά ο γάιδαρος το βόδι.
  • Θα κάνω ό,τι έκανα και σήμερα. Θα ακούσω τη συμβουλή σου και πάλι και θα κάνω τον μισοπεθαμένο.
  • Φίλε μου, ξανασκέψου το, γιατί αυτός θα είναι και ο αφανισμός σου. Θα σου εμπιστευτώ τι άκουσα ερχόμενος. Έλεγε που λες, ο πραματευτής του γεωργού: Αν τυχόν και αύριο το βόδι είναι άρρωστο, δεν υπάρχει λόγος να το κρατούμε ζωντανό. Θα το πας στον μακελάρη να το σφάξει και να παστώσει το κρέας του, ενώ το δέρμα του θα το κρατήσουμε για τις ανάγκες μας. Αυτά άκουσα ερχόμενος και σαν φίλος είχα χρέος να στα πω. Γι' αυτό η συμβουλή μου τώρα είναι, αύριο που θα σου φέρει ο γεωργός τα άχυρα, να τα φας με πολλή όρεξη και να σηκωθείς αμέσως μετά στα δυνατά σου πόδια για να συμπεράνει πως γιατρεύτηκες και να αλλάξει την απόφασή του. Ειδεμή και κάνεις διαφορετικά, ο αφανισμός σου είναι βέβαιος.

Αυτά είπε ο γάιδαρος στο βόδι κι εκείνο άρχισε να τρέμει στη σκέψη πως θα αφανιστεί. Ο δε πραματευτής ακούγοτνας τη συζήτηση άρχισε να γελά με την καρδιά του.




* Για τη διασκευή του μύθου που συμπεριλαμβάνεται στα Παραμύθια της Χαλιμάς, τόμος Α ΄, εκδ. 
Ερμής, Βασιλική Νευροκοπλή.



Wednesday, June 21, 2017

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΝ - Αφήγημα του Tarta από το βιβλίο 365 ATHENS Tarta &Death Vallee


365 ATHENS
Tarta & Death Vallee

"Τι κοιτάς ρε; Ναι, εμείς είμαστε.
Τα ελαττωματικά γρανάζια του κόσμου σου. 
Τα πρωινά κάνουμε ότι δουλεύουμε πλάι σου και τις νύχτες.... σαμποτάζ.
Αν μας δεις, κάνε λίγο το μαλάκα.
Σου ευχόμαστε ολόψυχα μια μέρα να χαλάσεις κι εσύ."

Με αυτές τις λίγες λέξεις ως εισαγωγή, ξεκινά το βιβλίο του Tarta που όσο κι αν το αναζήτησετε, δεν πρόκειται να το βρείτε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό δείγμα 
της συνέπειας ενός νέου παιδιού που υπογράφει τα γκράφιτι που φτιάχνει τις νύχτες με ψευδώνυμο σε τοίχους που το όνομά τους έχει πλέον ξεχαστεί. Το βιβλίο δεν έχει στο εξώφηλλο τίτλο, δεν έχει όνομα συγγραφέα, ούτε και εκδότη. Τα ονόματα του συγγραφέα και του φωτογράφου των φωτογραφιών που συνοδεύουν κάθε κείμενο, αλλά και το κεντρικό σώμα του βιβλίου, βρίσκονται κάτω από αυτή τη μικρή εισαγωγή-μότο. 
Αναρωτιέμαι πόση συνείδηση έχει το παλικάρι αυτό για τη φλέβα που κουβαλά, την εμποτισμένη με το ιδιόμορφο χάρισμα του εσωτερικού μονολόγου που διαμόρφωσε την λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι βέβαια τυχαίο πως προέρχεται απ΄αυτήν την πόλη. Το βλέμμα μέσα από το οποίο κοιτάζει και βλέπει την πρωτεύουσα δεν είναι άμοιρο ενός Γιώργου Ιωάννου και Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Μάλλον είναι πολύ συγγενές, με την διαφορά πως διατυπώνεται στη γλώσσα των νέων της εποχής. Των νέων που επιλέγουν συνειδητά να ζουν στο περιθώριο αηδιασμένοι από την υποκουλτούρα της μασκαρεμένης αστικής ζωής και του πλέον απολίτιστου πολιτισμού μας. Των νέων που γνωρίζουν καλά τη γλώσσα τους, την ιστορία τους, την καρδιά τους που κουβαλά το ήθος των λίγων εκείνων  ανθρώπων που δεν πουλάνε την ψυχή τους στον διάολο του ΕΓΩ.
Γλώσσα στον ξέφρενο ρυθμό μιας ακραίας ζωής που ακροβατεί στο περιθώριο -σ' αυτό το περιθώριο που ακόμα κι αυτό κάποιους άλλους πολύ τους βολεύει. Καυτηριασμός και χιούμορ, ευαισθησία και στοχαστική ματιά που δεν αρκείται στα φαινόμενα ούτε στην αυταρέσεκεια. Αυτοανατρέπεται και αυτοαμφισβητείται διαρκώς. Πληγώνεται, καίγεται, γίνεται στάχτη κα ιξεκινά απ' την αρχή. 
Ελπίζοντας πως αυτό το βιβλίο δε θα βγει ποτέ στο εμπόριο για να καταναλωθεί από την αναγνωστική μάζα, την αποδεδειγμένα ικανή με μεγάλη συγκίνηση να το διαστρεβλώσει ώστε να καταφέρει να το εξομοιώσει με τον εαυτό της, μπαίνω στον κόπο να αντιγράψω ένα από τα εφτά μικρά αφηγηματικά διαμάντια αυτής της νέας λογοτεχνικής στόφας. Κείμενα σαν κι αυτό, τα διαβάζεις για να τα ξεχάσεις αμέσως μετά. Θέλεις δε θέλεις, θα τρυπώσουν μέσα σου σαν ακαριαία αχτίδα φωτός στο απόλυτο σκοτάδι σου. Τις εύκολες ώρες της ζωής σου θα ξυπνούν εφιάλτες και τις δύσκολες θα πολλαπλασιάζονται για να σε κρατήσουν όρθιο.
Να σημειώσω πως το βιβλίο συμπεριλαμβάνει ασπρόμαυρες φωτογρφίες της Αθήνας του Death Vallee και από την ανάποδη είναι γραμμένο στα αγγλικά.

"ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΝ

Το Μεταξουργείο σήμερα, κρύβει μέσα στα στενά του όλες τις αμαρτίες της πόλης. Στη σκιά του, διαφορετικοί μικρόκοσμοι διασταυρώνονται, συνθέτοντας μια πιο σκληρή και άρρωστη Αθήνα.
Καθώς κατηφορίζεις από την πλατεία Κουμουνδούρου, από κει που ενώνεται η καρδιά της πρωτεύουσας με τα μαυρισμένα της πνευμόνια, συναντάς τα πρώτα μαγαζιά της "chiná town". Λίγα και διάσπαρτα στην αρχή και έπειτα πιο πολλά, ενωμένα μεταξύ τυος. Οι Κινέζοι, μαθημένοι να δουλεύουν ασταμάτητα, δεν ασχολούνται μαζί σου. Συνέχισε το δρόμο σου, δε θα αργήσεις να καταλάβεις τι συμβαίνει, και καλύτερα κράτα το βλέμμα χαμηλά. Η λευκή βελόνα, ακουμπισμένη στο μαρμάρινο πλατύσκαλο κάποιου νεοκλασικού, στάζει ακόμα ιδρώτα και αίμα στον πεζόδρομο. Ζωναντοί-νεκροί στέκονται ολόγυρα. Ο πόνος διάχυτος και μυρωδιά του κάτουρου και της αργής σήψης σου φράζει τα ρουθούνια.
Μια ανάσα πιο πέρα, συνειδητοποιείς ότι τα φώτα της πόλης εδώ είναι κόκκινα μέρα-νύχτα. Φάροι λαγνείας και φτηνού έρωτα. Δειλή η μοναξιά, παίρνει μορφές ανθρώπων, αλλάζει γρήγορα πρόσωπα, πληρώνεται και κάνει κρεβάτι. Εδώ ο πόνος, η εγκατάλειψη και η μυρουδιά του παράνομου έρωτα, συνθέτουν ένα απαγορευμένο φόντο που μαγνητίζει.

Την ίδια στιγμή, τα μπαρ και τα καφενεία της περιοχής γεμίζουν νωρίς το απόγευμα και τα Σαββατοκύριακα μάλιστα, αδειάζουν πρωί. Οξύμωρο το σχήμα που δημιουργεί η ξέγνοιαστη διασκέδαση καθώς κυκλώνει όλη την αστική σαπίλα. Μου τράβηξε την προσοχή αρκετές φορές.

Θυμάμαι μια Παρασκευή απόγευμα μαζί με δυο φίλους, είχαμε προχωρήσει προς τα εδώ. Ψάχναμε κάποιον καθαρό τοίχο για να βάψουμε. Μας πήρε αρκετή ώρα, τα πάνα εδώ είναι βαμμένα. Λογικό, αφου πλέον το γκράφιτι έχει μετατραπεί σε πολύχρωμο "trend" που προσελκύει τον κόσμο και δεν ενοχλεί σχεδόν κανέναν.

Στην κόκκινη πλευρά του Μεταξουργείου όμως έχει πάντα χώρο. Οι νταβάδες της περιοχής δεν καταλαβαίνουν απ' αυτά. Εμείς βέβαια, αφού βρήκαμε έναν χώρο αρκετά μεγάλο, στην πρόσοψη ενός από τα σπίτια αυτά, αποφασίσαμε να ζητήσουμε άδεια, για να μην έχουμε θέμα. Αμήχανοι και μαγκωμένοι, περάσαμε το κατώφλι. Τα δυνατά βογκητά μέσα από το μικρό δωμάτιο μας θύμιζαν πού είμαστε.

  • Καθίστε, τώρα θα έρθει η κοπέλα, είπε καλωσορίζοντάς μας η Μαντάμ.
  • Όχι, όχι, περίμενε! της λέω κόβοντάς την. Είμαστε τα παιδιά από το γκράφιτι, της λέω. Θέλουμε να σας ζωγραφίσουμε τους τοίχους!

Με κοίταξε παραξενεμένη. Η κοπέλα μέσα συνέχιζε να βογκά και εγώ άρχισα να αναρωτιέμαι τι σκατά κάνω εδώ μέσα. Τις σκέψεις μου σταμάτησε η γεμάτη χαρά φωνή της Μαντάμ.

  • Ναι, ναι, μπράβο άντρα μου! Κάντο λίγκο πιο όμορφο και βάλε λίγκο χρώμα που το βλέπω και πιάνεται η ψυχή μου.

Δεν πρόλαβα να της απαντήσω, ένας αηδιαστικός τύπος, γύρω στα πενήντα, σχεδόν χοντρός, βρωμοκοπώντας κολόνια και ξινή ρετσίνα, μπήκε μέσα, σχεδόν τρεκλίζοντας και άρχισε με δυνατή φωνή να ζητά την "Κατερίνα". Αηδιασμένος πήρα τους άλλους και βγήκαμε έξω.
Συζητήσαμε λίγο τα διαδικαστικά, πού, πώς, τι, και απλώσαμε τα χρώματά μας στο πεζοδρόμιο. Δε βιαζόμασταν. Όσο πέρναγε η ώρα και έπαιρνε να νυχτώνει, όλο και περισσότεροι περαστικοί πελάτες της ηδονής περνούσαν από δίπλα μας. Έμπαιναν, έβγαιναν. Λες και γνωριζόντουσαν όλοι μεταξύ τους. Σταματούσαν και κουβέντιαζαν. Τους τραβήξαμε την προσοχή και μας χάζευαν, τραβούσαν φωτογραφίες, λέγανε μόνο μαλακίες και τέλος έφευγαν. Η Μαντάμ έβγαινε συχνά να δει το έργο.

  • Μπράβο άντρα μου! φωνάζει. Κάνε μόνο και μια καρδιά κόκκινη, ζουμερή, να τη βλέπω να χαίρομαι.

Γελάω και φτιάχνω μια καρδιά. Λίγο αργότερα είχαμε τελειώσει. Την βλέπω, μπαίνει μέσα και βγαίνει αμέσως. Μου βάζει τρία πενηντάρικα στην τσέπη.

  • ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΕΓΙΝΕ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ! Θα έρχονται όλοι στο δικό μου να γαμάνε. Ευχαριστώ άντρα μου! ΣΚΑΤΑ! Η καλή μου διάθεση πήγε περίπατο. Μαζέψαμε τα πράγματά μας και κάναμε να φύγουμε.

  • Στάσου, στάσου άντρα μου. Ελάτε μέσα να δείτε τα κορίτσια. Κερνάει το κατάστημα! Αρνηθήκαμε δυο, τρεις φορές, και στο τέλος μας άφησε να φύγουμε. Με σκυμμένα τα κεφάλια πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Οι τελευταίες της κουβέντες και τα 150 ευρώ στην τσέπη που τις επιβεβαίωναν, μας γέμισαν ενοχές. Για κανά δυο μέρες, κάθε φορά που έβγαζα να πληρώσω κάτι με αυτά τα λεφτά, ξενέρωνα.

Το καθημερινό πάντρεμα της φιλοχρήματης ανθρώπινης σάρκας με το φθηνό θάνατο και τους αδιάφορους καλεσμένους να γιορτάζουν χωρίς να ξέρουν γιατί, με κάνει συχνά να σκέπτομαι πως η Αθήνα δείχνει ομορφότερη όταν την κοιτάς από μακριά." 

Αντιγράφω και την τελευταία σελίδα του βιβλίου 365 ATHENS

Αντί επιλόγου

ΑΘΗΝΑ...

...εκεί που ο καθένας προσπαθεί με οποιονδήποτε τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία του, έστω και μέσα από την ανυπαρξία του.

365 ATHENS
Tarta & Death Vallee

Εξώφυλλο





*Για τα σχόλια και την αντιγραφή, Βασιλική Νευροκοπλή

Monday, June 19, 2017

"Ως την άκρη του νερού" στο Καλαμπάκι της Δράμας



Πρωινό Κυριακής μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ξεκινούμε για το Καλαμπάκι, ένα μικρό χωριό της Δράμας, άγνωστο για μας, ονομαστό όμως για το βιβλιοπωλείο του, το "Μια φορά κι έναν καιρό" και τις εκδηλώσεις του για τις οποίες μεριμνά η ιδιοκτήτριά του, Χρυσούλα Καρολίδου. 
Να πας σε ένα χωριό της Δράμας δίχως να περάσεις από τη μονή της Σίψας, είναι πράγμα αδύνατον. Σε άλλους καιρούς και παντα κατ' αναλογίαν -έστω υπερβολική, θα ήταν ωσαν σε καιρούς περασμένους να πηγαίνεις για μια δημόσια εκδήλωση σε έναν τόπο δίχως πρώτα να υποβάλλεις στον άρχοντά του τα σεβάσματά σου. Και ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης είναι ο άγιος της Δράμας, και το "παλάτι" του, η φτωχική και αρχοντική συνάμα, ιερά μονή της Σίψας που βρίσκεται λίγο πιο έξω από την πρωτεύουσα του νομού.
Η διαδρομή φέρνει στο νου ένα από τα δέκα μικρά φιλμάκια που έχει στην ταινία του "Τα όνειρα" ο Κουροσάβα, αυτό με τον Βαγκ Γκογκ. Είναι τόσο εκρηκτική η διαύγεια της ατμόσφαιρας μετά τις βροχές και τον αέρα που όλη η φύση αστράφτει σαν μόλις να έχει βαφτιστεί που μας δημιουργεί την εντύπωση πως ταξιδεύουμε μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής, όπως ακριβώς στην ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη εισέρχεται ο μεγάλος ζωγράφος μέσα στον πίνακά του.
Φτάνουμε στη μονή μετά το τέλος της Λειτουργίας και βλέπουμε τους προσκυνητές στην αυλή να λιάζονται κάτω από τον λαμπρό ήλιο. Αφού προσκυνούμε τον ναό, τα λείψανα του αγίου και τον τάφο του με τα ιστορικά δυο κυπαρίσσια εκατέρωθεν του μνήματος για τα οποία είχε προφητέψει πως μόνον όταν δουν να ενώνουν τις κορυφές τους θα έχει πεθάνει, μιας και συχνά έχανε τις ασιθήσεις του από τις αρρώστειες, πράγμα που έγινε έτσι ακριβώς και διήρκεσε σαράντα μέρες.
Να μπαίναμε όμως και στο κελάκι του αγίου, λέμε. Μα στο κελί δεν μπαίνεις έτσι, πρέπει να σε οδηγήσει κάποια αδερφή και δε φαίνεται καμιά απ' αυτές που γνωρίζουμε. Ώσπου, μιλώντας με μία καλογριά, βγαίνουμε φίλοι συγγενικούς της προσώπου και μας το προτείνει η ίδια, προτού το ζητήσουμε. Αυτά βέβαια, το ξέρουμε πλέον καλά, τα κανονίζει ο ίδιος ο άγιος. Ούτε οι επισκέπτες ούτε και οι μοναχές.
Η ατμόσφαιρα στο κελί του αγίου είναι του προηγούμενου αιώνα. Σαν να μην άλλαξε τίποτα από τον καιρό που εκείνος ζούσε. Σου λύνονται τα γόνατα καθώς εισέρχεσαι, σου λύνεται και η ψυχή. Το ξύλινο κρεβάτι του στρωμένο με κιλίμι, η ασπρόμαυρη παλιά φωτογραφία του στο προσκέφαλο. Ένα πρόσωπο όλο μάτια, μάτια κατάμαυρα, μεγάλα, εκφραστικά της μεγάλης αγάπης που είχε για τους απλούς, ταπεινούς και καταφρονεμένους της ζωής. Ζητούμε την ευχή του, αισθανόμαστε στα βάθη της καρδιάς μας πως μα την χαρίζει απλόχερα και ξεκινούμε για το Καλαμπάκι.
Λίγο πριν ή λίγο μετά το Δοξάτο, στο δρόμο για την Καβάλα, μας λέει μια κοπέλα σε ένα περίπτερο της Δράμας. Σε είκοσι λεπτά περνούμε την ταμπέλα με το όνομα του χωριού, μα χωριό δεν βλέπουμε. Χωράφια δεξιά κι αριστερά και πάμε. Πάμε, πάμε, ώσπου αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια. Το Καλαμπάκι είναι ένα στενόμακρο χωριό σαν την ουρά ενός καλοκάγαθου δράκου.
Έξω από το Πολιτιστικό του κέντρο και τη Βιβλλιοθήκη του, μας περιμένουν οι άνθρωποί τους. Μας καλοδέχονται, η Χρυσούλα μας συστήνει σε όλους λέγοντάς μας ονόματα, παρατσούκλια, ιδιότητες και τα χαρίσματα του καθενός. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά έχουμε την σαφή εικόνα ενός μικρού και μεγάλου κόσμου.
Πέντε μαθητές με τις κθάρες τους κάνουν πρόβα μέσα στην αίθουσα, οι τρεις είναι από το Μουσικό Γυμνάσιο της Δράμας. Μετά τις εισηγήσεις που θα κάνουν η Νέλλη Στρατιγέλη και ο Μελισσινός Μελισσινός -δυο ολόδροσα νεαρά παιδιά που αποφάσισαν να μείνουν στο χωριό τους γυρίζοντας την πλάτη στα πλάνα φώτα των μεγαλουπόλεων- τα παιδιά θα παίξουν δυο τραγούδια. Το δεύτερο είναι ο γνωστός "Κεμάλ" του Γκάτσου και του Χατζιδάκι.
Τελειώνουν και έρχεται η σειρά μου να αναλάβω τα ηνία.
Όσο υπάρχουν παιδιά, αυτός ο κόσμος θα αλλάζει και θα γίνεται όλο και καλύτερος, λέω, και ζητώ συγνώμη για το ανορθόδοξο ξεκίνημά μου που προηγείται της καλημέρας μου και των ευχαριστιών μου προς τους διοργανωτές. Και αφού εκφράσω τη διαφωνία μου με το φινάλε του Γκάτσου στον "Κεμάλ" -για το οποίο πιστεύω πως και ο ίδιος θα μετάνιωσε εκ των υστέρων- συνεχίζω ακόμα πιο ανορθόδοξα, θεωρώντας πια πως όταν η καρδά τραγουδά, το τραγούδι της πρέπει να βγαίνει ανεμπόδιστα και όχι βάση των κανόνων της ευγένειας. Ενθυμούμενη τον μικρό διάλογο του Κουμπλάι Χαν με τον Μάρκο Πόλο, δεν μπορώ να μην το πω στους καλούς ανθρώους που κατακλείζουν την αίθουσα. Όλα, λοιπόν, γύρω μας είναι μια κόλαση; ρωτάει ο αυτοκράτορας τον Βενετσάνο κι εκείνος του απαντάει: Ναι, όλα είναι κόλαση, αλλά το θέμα να ανακαλύψουμε μέσα στην κόλαση τι δεν είναι κόλαση και να του δώσουμε διάρκεια. Και αυτό, προσθέτω, που δεν είναι κόλαση και οφείλουμε να του δώσουμε διάρκεια, στην προκειμένη περίπτωση είναι τα παιδιά, η μουσική και τα παραμύθια...
Το παραμύθι ξεκινά, αφού πρώτα έχω ζητήσει από τα παιδιά να είναι έτοιμα όταν τους κάνω νόημα, να ξαναπαίξουν το πρώτο τους τραγούδι. Αφού το παραμύθι ξεκίνησε με τα παιδιά, ήθελα και με τα παιδιά να τελειώσει. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν εκκλησιαστική. Σαν αστραπή περνά από το νου μου καθώς αφηγούμαι το "Ως την άκρη του νερού" πως ο άγιος κατέβηκε από την άκρη του ουρανού και είναι εκεί μαζί μας. Τελειώνω και ρωτώ αν θέλει κάποιος να μιλήσει. Κανείς δε μιλά. Είναι ωραίο να μιλούν οι άνθρωποι, αλλά κι όταν δεν μιλούν είναι ακόμα καλύτερο, σαν τα παιδιά που είναι ακόμα πιο όμορφα όταν κοιμούνται. Μετά από λίγο σηκώνεται μια ωραιοτάτη κυρία, γιαγιά τεσσάρων εγγονών, και εκφράζεται επαινετικά. Όλοι γελούμε και χαιρόμαστε και όλοι ακολούθως έρχονται με ένα ή δυο βιβλία για αφιερώσεις. Οι άνθρωποι εδώ έχουν μάτια καθαρά. Το βλέμμα τους είναι βλέμμα και το γέλιο, γέλιο. Οι κουβέντες τους ίσιες, ντόμπρες, καρδιακές. Σε κάνουν να νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Σαν να τους ήξερες από πάντα. Η Αθανασία Θεοδωρίδου φροντίζει τις εκδηλώσεις μαζί με την ομάδα της βιβλλιοθήκης και του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Καλαμπακίου, την Πολύμνια Κεχαγιά, την Κλαίρη και την Νέλλη Στρατηγέλη και τον Μελισσινό. Φεύγοντας λες πως ένας άνθρωπος αρκεί για να αλλάξει ο κόσμος, πόσο μάλλον που εδώ δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Ένας άνθρωπος, ένας άγιος, ένας Θεός...
Τους ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου. Πλάι σε όλους όσους προανέφερα θα προσθέσω και τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη που μέσω του εξαίρετου πωλητή του, Παύλου Κλαρίδη, στήριξε και αυτήν την παρουσίαση, όπως και τόσες άλλες, -την τελευταία αυτή παρουσίαση της σχολικής χρονιάς.
Καλό καλοκαίρι σε όλους!  

Sunday, June 18, 2017

Κυριακὴ Β’ Ματθαὶου

Αποτέλεσμα εικόνας για β ματθαιου

(Ματθ. 4,18-23)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, περιπατῶν ὁ Ἰησοῦς 
18. παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε δύο ἀδελφούς, Σίμωνα τὸν λεγόμενον Πέτρον καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, βάλλοντας ἀμφίβληστρον εἰς τὴν θάλασσαν· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· 
19. καὶ λέγει αὐτοῖς· δεῦτε ὀπίσω μου καὶ ποιήσω ὑμᾶς ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 
20. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
21. Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν εἶδεν ἄλλους δύο ἀδελφούς, Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ Ζεβεδαίου τοῦ πατρὸς αὐτῶν καταρτίζοντας τὰ δίκτυα αὐτῶν, καὶ ἐκάλεσεν αὐτούς. 
22. οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.
23. Καὶ περιῆγεν ὅλην τὴν Γαλιλαίαν ὁ Ἰησοῦς διδάσκων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν καὶ κηρύσσων τὸ εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας καὶ θεραπεύων πᾶσαν νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν ἐν τῷ λαῷ.




Friday, June 16, 2017

Αποχαρετώντας τον π. Βασίλειο Βλέτση


Η είδηση πως ο παπα-Βασίλης έφυγε, προκάλεσε ένα ξάφνιασμα παράλογο. Παράλογο όσο αν ακούγαμε πως ξεκόλλησε ένας βράχος και πέταξε ψηλά, ένα βουνό, ο Όλυμπος. Πώς είναι ποτέ δυνατόν να ξαφνιάσει τόσο ο θάνατος ενός ανθρώπου που έφτασε μέχρι τα ενενήντα; Κι όμως θαρρούσαμε πως θα είναι πάντα εδώ, πως δε θα φύγει ποτέ, πως όσο είναι μπορετό να ξεθεμελλιωθεί και να φύγει από τη θέση του ο ναός του άη Γιώργη της Νεάπολης, στον οποίο υπηρέτησε όλη του τη ζωή ο παπα-Βασίλης, άλλο τόσο είναι δυνατόν να φύγει και ο ίδιος. Μα ο Θεός δεν καλεί κοντά του τους ναούς, αλλά τους ανθρώπους του. Και πριν ολοκληρώσω το γράψιμο της λέξης "ανθρώπους" μια λευκή πεταλούδα περνά φευγαλέα μπροστά μου για δεύτερη φορά. Πρωτόρθε στην πρώτη λέξη αυτού του φτωχού μα θαρρώ αγαπητικού κειμένου που γράφω σήμερα. Λευκή σαν την ψυχή του. Φευγάτη και ανάλαφρη.

Νομίζουμε πως είναι αρκετός ο νους για να εξηγήσει και να κατανοήσει τη ζωή και τους ανθρώπους της. Νομίζουμε πως γνωρίζουμε κάποιον όσο ζει. Νομίζουμε πως τον ξέρουμε ή πως δεν τον ξέρουμε καθόλου. Κι όμως, έρχεται κάποτε η ώρα της θανής τους και τότε ανακαλύπτουμε πως δεν ξέραμε τίποτα γιατί τότε φανερώνεται ο άνθρωπος που ζούσε, δίχως μάλιστα διόλου να το προσπαθεί ο ίδιος, δίχως να κάνει τίποτα γι' αυτό, παντελώς αδύναμος μέσα στη νεκρική του κλίνη κι ίσως και γι' αυτό εξαίσιος και παντοδύναμος, τόσο αποκαλυπτικός.

Αυτό ίσως να μην συμβαίνει πάντα ούτε και με όλους όσους αναχωρούν από αυτή τη ζωή. Ίσως να συμβαίνει μόνο ή κυρίως με τους πλέον χαριτωμένους. Αυτούς που έζησαν αθόρυβα, στη σκιά των φώτων, στα αποσιωπητικά των λέξεων, στο παρασκήνιο της ζωής που δίχως αυτά η ζωή μας δε θα είχε κανένα νόημα.

 Πάντοτε ολιγόλιγος ο παπα-Βασίλης, για να μην πούμε σχεδόν αμίλητος. Ήταν άραγε η αιτία πως δεν μπορούσε να μιλήσει καθαρά και η γρήγορη ομιλία του έπνιγε τις λέξεις κι έτσι τις απέφευγε σαν μην είχαν νόημα να ειπωθούν; Ήταν που δε θα τις καταλάβαινε ο άλλος ή ήταν που αυτή ακριβώς η δυσκολία της έκφρασης τον οδήγησε στα μυστικά νοήματα μιας σιωπής πολύ ουσιαστικότερης και καίριας; Γιατί δύο ήταν οι συχνότερες απαντήσεις του. Ή θα απαντούσε εις διπλούν το "Κύριε ελέησον" ή θα μονολογούσε μόνος του αν άκουγε κάτι που τον ξεπερνούσε "ωχ, ωχ, ωχ..."
Αεικίνητος σαν τα υπερκινητικά παιδιά μέχρι τα τελευταία του, σε σημείο όσοι τον έβλεπαν μέσα στο ιερό να φοβούνται πως θα πέσει και θα χτυπήσει. Μα ποτέ δεν έπεσε. Όλα τα τελευταία χρόνια περπατούσε και από όπου περνούσε ευλογούσε τους περαστικούς δίχως να μιλά, δίχως να του το ζητούν, χωρίς εξηγήσεις. Σήκωνε συνέχεια το δεξί του χέρι και τους ευλογούσε κάνοντας το σημείο του Σταυρού.
Πάνε χρόνια που ένα από τα εφτά παιδιά του μου ειχε εκμυστηρευτεί πως έφευγε για την εκκλησία χαράματα και γύριζε στο σπίτι νύχτα. Στο σπίτι δεν προλάβαινε να προσφέρει τη βοήθειά του. Αυτό είναι κάτι που τα παιδιά των ιερέων το γνωρίζουν καλά. Ο ιερέας πατέρας είναι πρώτα πατέρας για όλους τους ενορίτες του. Μα ένα πράγμα δεν έπαψε ποτέ να κάνει ο παπα-Βασίλης στο σπίτι. Κάθε βράδυ καθάριζε τις τουαλέτες του σπιτιού. Κάθε βράδυ σε όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου του.
Άλλο παιδί του χθες μας εμπιστεύτηκε πως επειδή δεν τον έβλεπε ποτέ στο σπίτι και τον επιθυμούσε, για να τον δει πήγαινε στον Άη Γιώργη, έμπαινε στο ιερό και ντυνόταν παπαδάκι για να είναι κοντά του. Δυο ώρες τουλάχιστον σε κάθε λειτουργία μνημόνευε ονόματα. Και τώρα άλλη μια πεταλούδα τριγυρίζει τη λέξη "ονόματα" κι είναι μελιά σαν τη γλύκα της αγάπης του κεκοιμημένου. Και αυτή δεν φεύγει, πετά, όλο πετά γύρω γύρω απ' τις λέξεις σαν μαρτυρία επιβεβαίωσης των ψυχών που αμέτρητες ώρες ο παππούλης μνημόνευε...

Κατάμεστος ο Άη Γιώργης ήταν χθες. Ο ναός αυτός που έμελλε να υπηρετήσουν άγιοι ιερείς σαν το ονομαστό Ιάκωβο. Ένας ναός που χρόνια λέω πως έχει το πιο "εκπαιδευμένο" εκκλησίασμα που έχω συναντήσει ποτέ σε ναό.
Τάχα ανήμπορος ο κεκοιμημένος στη νεκρική του κλίνη... Κι όμως μας ξεκλείδωσε όλους όσους παραβρεθήκαμε στον ύστατο αυτόν αποχαιρετισμό του. Θαρρείς και σ' έναν έναν απευθύνθηκε, θαρρείς και έναν έναν μας αγκάλιασε και μας ασπάστηκε στοργικά. Θαρρείς και η καλοσύνη του μας έκανε να δούμε τη σκληρότητά μας, η ταπείνωσή του την υπερηφάνεια μας, η η μεγαλοψυχία του τη μικρότητά μας, η σιωπή του τη φλυαρία μας, η ουσία του το κενό μας, η πίστη του την απιστία μας. 

Τρεις ομιλίες ακούσαμε και είχαν και οι τρεις ένα κοινό χαρακηριστικό, την ευγνωμοσύνη στον ταπεινό ιερέα του Θεού. Ο μητροπολίτης μιλούσε σαν να έκανε δημόσια εξομολόγηση και σαν μαθητής που απευθυνόταν στον δάσκαλό του. Μαθητής συγκινημένος που δε χόρταινε να θυμάται, να εξυμνεί και να παραδειγματίζεται από τον χαρισματικό του δάσκαλο. Ο μεγάλος γιος του παπα-Βασίλη που μέσα στις λίγες λέξεις του κατάφερε να μας κάνει όλους να αισθανθούμε τον πατέρα του, πατέρα δικό μας. Και ένα από τα εικοσιτέσσερα εγγόνια του. Αν σε κάποιοα ψυχή ήταν δυνατόν να μείνει κάποιος δισταγμός προς τον δίκαιο κεκοιμημένο πρεσβύτερο, έφυγε κι αυτός ακούγοντας τον νεαρό παιδί να απευθύνεται στον παππού του εκ μέρους όλων των εγγονών με την καθαρότητα και ειλικρίνεια που μόνο τα παιδιά μπορούν να έχουν.
Μητροπολίτες και πάμπολλοι ιερείς λάμπρυναν την ιερή εξόδιο ακολουθία. Οι δυο ιερείς, παιδιά του που χάρισε στην εκκλησία ο παπα-Βασίλης, μαζί τους. Και ο κεκοιμημένος όσο ανέβαινε στους ουρανούς μας αγκάλιαζε και μας ύψωνε όλους τυλίγοντάς μας στα ιερά του άμφια. Γλυκύτερος από ποτέ, ομορφότερος από ποτέ, γαλήνιος, ατάραχος και σταθερός σαν Όλυμπος.
Οι εγγονοί του πήραν στους ώμους τους το φέρετρο να το βγάλουν από τον ναό και να το αποθέσουνε στη νεκροφόρα. Μαυροντυμένα παλιάρια που δε θα εμπιστεύονταν σε κανέναν άλλον τον παππού τους.
"Εσείς να πάτε για καφέ, εμείς θα μείνουμε να σκεπάσουμε τον παππού", είπε ο Βασιλάκης, όταν τελείωσε και το τρισάγιο στο μνήμα. Ο παππούς ανάστησε τούτα τα παιδιά, αυτά θα του έλεγαν και το στερνό αντίο φροντίζοντάς τον ως το τέλος. Το τέλος. Ποιο τέλος;

Οι πεταλούδες ακόμα πετούν. Κι όσο πετούν οι πεταλούδες, αυτοί που έφυγαν θα πετούν δίπλα μας, ίσως περισσότερο κι από πριν. Ναι, κι από πριν περισσότερο.
Χριστός ανέστη, έψαλλαν οι ιερείς αποχωρώντας από το μνήμα.
Χριστός ανέστη, ψελλίσαμε κι εμείς.
Λίγο πριν πέσω χθες βράδυ για να κοιμηθώ, το βλέμμα μου έπεσε στην εικόνα του Μεγάλου Βασιλείου.
Άγιε  παπα-Βασίλη μας, είπα στον κοινό προστάτη μας,  πάρε τώρα και τούτον τον παπα-Βασίλη κοντά σου και οδήγησέ τον στη δόξα του Θεού... την ευχή σου κα την ευχή του να μας χαρίζετε... και σας ευχαριστούμε...




  


Tuesday, June 13, 2017

Eν ριπή παραμυθιού


Αφού για κάμποσο καιρό
Η Νύχτα έμεινε μόνη
Και χόρτασε ακύμαντη  σιωπή
Απλόχωρο κενό της ερημίας
Και σκοτάδι ήσυχο
Που τις πληγές της όλες καταπράυνε 
Ζήτησε ένα ταίρι ταιριαστό απ' το Θεό
Έτσι της δόθηκε από τον Δωρητή
Το καλοκαιρινό και ντροπαλό Φεγγάρι
Που με συνεσταλμένα βήματα 
Την καρδιά της φώτισε
Από τότε αθέατος ο Γκιώνης
Κάθε βράδυ μετράει ταπεινά
Το χτυποκάρδι του Έρωτα 

Sunday, June 11, 2017

Κυριακὴ τῶν Ἁγὶων Πὰντων

Αποτέλεσμα εικόνας για οι αγιοι παντες

(Ματθ. 10,32-33, 37-38, 19,27-30)

Εἶπεν ὁ Κύριος τοῖς ἑαυτοὺ μαθηταίς· 
32. Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· 
33. ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.
37. Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 
38. καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. 27. Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 
28. ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ.
29. καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 
30. Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.





Friday, June 9, 2017

Ένα κορδόνι από δυο κλωστές: μια χρυσή, μια γαλάζια - Τα Μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο στο Μουσείο Μαστίχας της Χίου


1. Καζακστάν – Μογγολία
  
Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα του στη Χαν- μπαλίκ. Χίλια κάρα θα μπούνε στην πόλη και σήμερα φορτωμένα μετάξια, να πουληθούν στις αγορές της, να υφανθούν στα εργαστήρια τα χρυσοκέντητα και τα ασημοπλεγμένα.

Χιλιάδες άλλα κάρα θα φέρουν απ’ όλες τις άκρες του κόσμου εμπόρους με τις πραμάτειες τους. Διαμάντια, μαργαριτάρια, χαλιά, μπαχάρια, αλάτι και πιπέρι, βόδια λευκά, αραβικά άλογα, αχάτες και όνυχες, υφάσματα γαλαζοκόκκινα. Οι συναλλαγές θα γίνουν με το επίσημο νόμισμα της αυτοκρατορίας φτιαγμένο από φύλλα μουριάς, την τροφή των μεταξοσκώληκων. Μια ανακάλυψη των Κινέζων που θαύμασε και οικειώθηκε ο Μογγόλος αυτοκράτορας.

Τα εμπορεύματα θα εκτεθούν πρώτα στην αυλή του. Θα διατιμηθούν από τους ειδικούς του που θα αγοράσουν πληρώνοντας καλά όσα κρίνουν πως αξίζουν να μείνουν στο παλάτι. Στη διάρκεια ενός χρόνου περνούν από την πόλη εμπορεύματα που αξίζουν περισσότερο από 400.000 βυζαντινάτα.

Το ανάκτορο του Κουμπλάι Χαν δεσπόζει στη μέση της περίλαμπρης πόλης σαν το μεταξωτό του ένδυμα, τη δικαιοσύνη, τη φιλανθρωπία, το φωτεινό μυαλό του. Η μέρα του θα κυλήσει γεμάτη μέριμνες, συζητήσεις με τους συμβούλους του, αποφάσεις δύσκολες, αγωνίες, χαρές, απογοητεύσεις.

Με τη δύση του ήλιου η μεγάλη καμπάνα θα σημάνει τρεις φορές. Θα σταματήσει η κυκλοφορία στους δρόμους. Θα καταλαγιάσουν οι μέριμνες. Η τρεχούμενη ζωή θα αναπαυθεί για λίγο. Απεστσλμένοι και σύμβουλοι θα αποσυρθούν για να υποδεχθεί ο αυτοκράτορας τον νεαρό Βενετσιάνο έμπορο. Αυτός θα του περιγράψει τα μέρη που επισκέφτηκε όπως κανείς δε μπόρεσε ποτέ να κάνει. Θα του ζωγραφίσει με λέξεις λαούς και συνήθειές, τα διπλωματικά του κατορθώματα. Σχέδια σπάνια και χρώματα ανεξίτηλα τα όσα είδε, ήπιε και γεύτηκε. Γιορτές,  τέχνες, θεοί και έθιμα στη Μπούρμα και στην Κορέα, τη Μαντζουρία και τη χώρα του Ήλιου, τη μακρινή Ιαπωνία, αλλά και στην Μαδαγασκάρη, τη Σουμάτρα την Ινδοκίνα και την Ινδία, θα προσφερθούν, σαν έργα τέχνης φτιαγμένα από το καθαρό βλέμμα ενός φιλομαθούς νεαρού, στα μισόκλειστα ονειρώδη μάτια του γηραιού φιλότεχνου Αφέντη της ζωής,  φωτίζοντας τις απόκρυφες σπηλιές του λαβυρινθώδους νου του.
 Αυτή είναι η ώρα του Μάρκο Πόλο και του Κουμπλάι Χαν. Η μεταξωτή ώρα τους.
  
2. Ινδία – Αρμενία

Ήλιος η Χαν-μπαλίκ και αχτίδες της οι δρόμοι που οδηγούν στις περισσότερες επαρχίες της μεγάλης αυτοκρατορίας. Από δω ξεκινούν κι εδώ καταλήγουν οι αγγελιοφόροι που μεταφέρουν τα μηνύματα του αυτοκράτορα. Ταχυδρόμοι που δεν ξεπεζεύουν ποτέ. Ζωσμένοι στη μέση κουδούνια που προμηνύουν από μακριά τον ερχομό τους ώστε να ετοιμάσουν στον επόμενο σταθμό οι σταυλίτες τα ξεκούραστα άλογα και να τα καβαλικέψουν οι ακούραστοι Μογγόλοι καβαλάρηδες σαλτάροντας μ’ ένα μονάχα πήδο, για να συνεχίσουν το ταξίδι τους πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο. Εδώ καταλήγουν και πάλι από εδώ ξεκινουν όλοι οι απεσταλμένοι, Πέρσες, Αρμένιοι, Σύριοι, Κόπτες, Τουρκομάνοι. Όλοι αγαπούν τον αυτοκράτορα. Οι απεσταλμένοι των λαών και οι λαοί τους που έγιναν λαός του.

Πώς να μην αγαπούν τον Μεγάλο Αφέντη; Πώς να μην τον σέβονται; Να μην τον ευγνωμονούν; Τριάντα χιλιάδες κούπες ρυζιού μοιράζει καθημερινά στους πεινασμένους. Στις συμφορές από κακοτυχίες, πολέμους ή φυσικές καταστροφές αποζημιώνει όσους χάνουν τη σοδειά τους. Μια μέρα την εβδομάδα τα εργαστήρια υφαίνουν για χάρη του βαμβακερά ρούχα  να δοθούν δωρεάν  στους φτωχούς. Κανείς δε θα μείνει γυμνός και πεινασμένος. Κανένας αβοήθητος. Σ’ όλη την αυτοκρατορία άφθονα σπίτια φιλοξενούν τα ορφανά, τους γέροντες και τους αρρώσους.

Τι κι αν λατρεύουν άλλοι τον Ουρανό, άλλοι τον Βούδα, τον Μωάμεθ ή τον Χριστό; Ο Μογγόλος αυτοκράτορας τιμά όλους τους θεούς των λαών που κατέκτησε, και σ’ όλων τις γιορτές πηγαίνει. Στην αυτοκρατορία του θρησκευτικός πόλεμος ποτέ δε θα ξεκινήσει απ’ τη Μεγαλειότητά του.

Ο Μάρκο Πόλο πηγαίνει πρόθυμα όπου θα ήθελε ο κύριός του να πάει και δεν μπορεί. Είναι ο πρεσβευτής του. Όταν επιστρέφει, το καλοπροαίρετο αυτί του μεγάλου ηγέτη υποτάσσεται στο λόγο του ευρωπαίου εμπόρου. Η Ανατολή απλώνει το χέρι της, το χέρι της Δύσης να πιάσει, μήπως καταφέρουν και συμπορευτούν.

3. Περσία – Βενετία

Οι περιγραφές του Μάρκο για τις μακρινές επαρχίες της μεγάλης αυτοκρατορίας έχουν ένα ασυνήθιστο άρωμα καλοκαιρινής ευωδιάς μιας θάλασσας που ο Κουμπλάι Χαν δεν αντίκρισε ποτέ. Ο έμπορος του μιλά για τα καραβάνια της ερήμου κι ο αφέντης αισθάνεται να γλυστρά στα άγνωστα νερά της πατρίδας του νεαρού αφηγητή καθισμένος πάνω σε μια γόνδολα μαζί του. Οι λέξεις γίνονται τραγούδι στο ρυθμό των κουπιών του γονδολιέρη. Οι εικόνες που αριστοτεχνικά ζωγραφίζει ο νέος μιλώντας για τα χαϊμαλιά των γυναικών που όσο περισσότερα είναι τόσο πιο ποθητές υπήρξαν κι άλλο τόσο περιζήτητες για γάμο, ρέουν σε κανάλια κάτω από πολύχρωμα αρχοντικά τυλιγμένα θάλασσα, που ο Βενετσιάνος ποτέ δεν κατονομάζει μα ο Μογγόλος οσφρίζεται το άρωμά της. Μιλώντας για τους χορούς και τις γαμήλιες τελετεές των υπηκόων της μεγαλύτερης αυτοκράτορίας που φτιάχτηκε ποτέ στον κόσμο, δίχως να το θέλει ή να το προσπαθεί, ο Μάρκο περιγράφει τα ζευγάρια που χορεύουν στους δρόμους της Βενετίας ντυμένα με παράξενες στολές, μάσκες στα πρόσωπα και μακρείς χιτώνες που σέρνονται στα στενά της δρομάκια. Τη χαρά της αγάπης όπως τη γνώρισε έφηβος  στον τόπο του,  περιγράφει. Σ’ αυτόν το μικρό τόπο που είχε τόσα σπίτια όσα χωρούσαν οι νησίδες του, τόσους ανθρώπους όσους χωρούσαν τα σπίτια του, γιορτές και έθιμα γνωστά σε όλους και για όλους καμωμένα με αποκορύφωμα το καρναβάλι.

Η Βενετία διεισδύει σαν λιμνοθάλασσα στις απέραντες στέπες των διηγήσεων του Μάρκο κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο αυτοκράτορας μαγεύεται πρώτη φορά ακούγοντας να του μιλούν για τις επαρχίες του που τόσα και τόσα έχει ακούσει στο παρελθόν από τους απεστελμένους του. Είναι ίσως που οι λέξεις του Μάρκο βαφτίζονται στα υφάλμυρα νερά της μακρινής πατρίδας του, κι εκεί οι απέραντες εκτάσεις και οι αναρίθμητοι υπήκοιοι, ο πλούτος και τα ασύγκριτα μεγέθη της αυτοκρατορίας καθαρίζονται κι επιτέλους χωρούν στη νησίδα της καρδιάς του αυτοκράτορα σαν κόσμημα από λίθους πολύτιμους σε κύκνειο λαιμό αγαπημένης.

4. Μετάξι

Για χάρη του Κουμπλάι ο νέος θα γίνει παρατηρητικός. Για χάρη του Πόλο ο Χαν θα του αφιερώσει τις πιο δικές του ώρες. Τις ώρες που η ψυχή αποζητά παρηγοριά, η σκέψη ανάσα.

Ο αυτοκράτορας θα εμπιστευτεί την σύνεση του ξένου. Ο ξένος δεν θα προδώσει την εμπιστοσύνη του αυτοκράτορα. Δεν καταχράται την εξουσία του ο Αφέντης. Δεν υποκύπτει στην φιλοχρηματία ο έμπορος. Ο Χαν τιμά τον Πόλο τοποθετώντας τον πάνω απ’ όλους τους βαρώνους του. Ο Πόλο τιμά τον Χαν αφήνοντας για δεκαεφτά χρόνια κλειδμένη στα βάθη της καρδιάς του τη μνήμη της πατρίδας του.

Η γνώση που κομίζει στον αυτοκράτορα ο Μάρκο Πόλο τον εξοικειώνει με τους άγνωστους οικείους του. Η ίδια γνώση, επιστρέφοντας στη Βενετία, θα εξοικειώσει τους ευρωπαίους, -έστω και με τη μορφή ευφάνταστου παραμυθιού- με την μακρινή και τόσο άξενη Ανατολή.

Η γέφυρα του κόσμου χτίστηκε από έναν αυτοκράτορα που διένυε την έβδομη δεκαετία της ζωής του κι έναν Βενετσιάνο που μόλις έβγαινε από την εφηβεία του. Μέσα από τη σχέση των δύο αντρών οι χιλιοπερπατημένοι δρόμοι του μεταξιού φωτίστηκαν. Στο κουκούλι της ψυχής τους, σαν μεταξοσκώληκας γεννήθηκε η  εμπιστοσύνη. Δεκαεφτά χρόνια την τάϊσαν τα φύλλα του νου και της καρδιάς τους ώστε να υφανθεί η λεπτότατη μεταξωτή κλωστή που ένωσε σαν αψιδα τους κόσμους τους.
Ο αυτοκράτορας θα αποσυρθεί στο περίπτερο του Σεπτού Ύπνου να κοιμηθεί πιο σοφός. Πέρασε κι ο Φλεβάρης. Αύριο πάνω στην πλάτη τεσσάρων ελεφάντων θα αναχωρήσει  για το Κότσαρ Μαντού να κυνηγήσει την Άνοιξη.

Άγρυπνος θα μείνει ο Βενετσιάνος. Αύριο μαζί με τον πατέρα και τον θείο του, θα συνοδεύσει την αγαπημένη κόρη του Κουμπλάι Χαν, πριγκίπισσα Κοκατσίν, για να την οδηγήσουν στον Άργκουν, τον βασιλιά της Περσίας. Μόλις την παραδώσουν θα προχωρήσουν νότια της Μαύρης Θάλασσας να πλεύσουν με καράβι προς την Κωνσταντινούπολη κι από κει στο Νέγκροποντ για να φτάσουν κάποτε στην πολυαγαπημένη Βενετία.

Χρειάστηκαν χρόνια, ταξίδια μεγάλα, γνώση γλωσσών. Χρειάστηκαν κίνδυνοι, αρρώστιες και πόλεμοι. Θάλασσες, ποτάμια, έρημοι, βουνά. Ήλιος καυτός και καταιγίδες ανάλγητες. Όλα υποταγμένα στη σχέση δύο ανδρών που αποφάσισαν να οικειωθούν κάθε τι ξένο, να ενώσουν το χωρισμένο.

Το 1295 οι δύο άντρες χωριζουν αφού κατάφεραν να ένωσαν την Δύση με την Ανατολή με το πιο εκλεκτό μετάξι της καρδιάς τους, πλέκοντας ένα κορδόνι από δυο κλωστές: μια χρυσή, μια γαλάζια.


Βασιλική Νευροκοπλή


* το κείμενο θα διαβαστεί από τη γράφουσα κατά τη διάρκεια της συναυλίας:

Τα μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο». Μια ξεχωριστή μουσική βραδιά για τα πρώτα γενέθλια του Μουσείου Μαστίχας Χίου