Labels

Friday, September 7, 2012

Το τρένο




Kι εσύ όλο πηγαίνεις κι έρχεσαι, πάνω κάτω, πάνω κάτω, στις ίδιες πάντα ράγες. Σιδερένιες, βαριές κι ασήκωτες, καρφωμένες στο χώμα.
Θαρρείς κι άμα ξεκολλήσουν κινδυνεύεις να βγάλεις φτερά και να φτάσεις στα ουράνια. Μα όχι, δε θα γίνει έτσι. Αυτές πρέπει να είναι εκεί, ακίνητες, στιβαρές, ακλόνητες, για να κάνεις εσύ τα σούρτα φέρτα σου. Για να μας παίρνεις κι εμάς που ούτε ράγες, ούτε ρόδες, ούτε φτερά. Δυο ποδαράκια. Λίγο; Όχι, καθόλου λίγο, αλλά όσο να πεις…
Αλλά τι ωραία που βολεύονται μέσα στα βαγόνια σου και ταξιδεύουν παραδομένα στην δική σου διάθεση να τρέξεις. Να γυρίσεις απ’ τη μια άκρη του κόσμου ως την άλλη.  Τεντώνονται νωχελικά, κάθονται σταυροπόδι, χασμουριούνται, πατούν στις μύτες, κάνουν και λίγα βήματα μέχρι το μπαρ, βγαίνουν κι απ’ τα παπούτσια αν είναι κομματάκι ατίθασα κι εσύ δεν παίρνεις χαμπάρι, ούτε και προσβάλλεσαι. Ας κάνουν ό, τι θέλουν τα ποδαράκια, σκέφτεσαι με το νου σου, γιατί τρένο τρένο αλλά έχεις νου που όλα τα βλέπει και για όλα μεριμνά, εσύ θα τα ταξιδέψεις εκεί που μόνα τους ποτέ δε θα πάνε. Τι χάρη περισσή να είσαι τρένο… τι χάρη ασύγκριτη να είσαι το μοναδικό τρένο…
Κι ενώ εμείς χαζεύουμε μαγεμένοι τα χωράφια να τρέχουν αντίθετα, τα σύννεφα να τα συναγωνίζονται, ενώ ο καιρός αλλάζει στο τρεχαλητό σου, δε δουλεύει το έιρ κοντίσιον, τι λέξη χαζή, ή παραδουλεύει και ξεπαγιάζουμε, κι ενώ αλλού όλα πράσινα, αλλού ξερά κατάξερα, βουνά που βαριούνται στο ένα πόδι τιμωρία τόσα χρόνια και ποτάμια διψασμένα για βροχές που δεν τα καταδέχονται, αλλού πουλιά κι αλλού πουλιά κι αλλού πιο λίγα, πιο πολλά πουλιά, κανένα πουλί, ερημιά, σιωπή, γύμνια, και μόνο μια κίνηση ελάχιστη, πίσω μπρος το σώμα, πίσω μπρος η ψυχή, πίσω μπρος ο νους, αυτό που ονομάζουν αυτιστικό ρυθμό κι είναι ο ρυθμός της απορίας για όλα, της πιο βαθιάς αποδοχής του κόσμου που δεν μας χωράει, που δεν τον χωράμε, του εαυτού που ξερνάμε, των άλλων που ξερνάμε, κι αν μεγαλώσει το ξερατό θα μεγαλώσει κι η ταλάντωση, κι αν μεγαλώσει η ταλάντωση τίποτα δεν θα μας κρατά μέσα σ’ αυτό το τρένο που μας πάει πιο αυτιστικά κι από μας, πίσω μπρος, αφετηρία – άφιξη, αρχή – τέλος, και πίσω, και πάλι, πάμε απ’ την πρώτη στιγμή της γέννησης μέχρι το θάνατο, τίποτα δεν κατάλαβες, και πάμε πάλι, μπες μέσα, μέσα είσαι, σιγά μη θαρρείς πως βγήκες κιόλας, κανείς δε βγαίνει, το πολύ πολύ να καταφέρεις ν’ ανοίξεις ένα παράθυρο για λίγο αέρα μέσα στον καύσωνα ενώ το έιρ κοντίσιον, τι άσχημη λέξη, δεν δουλεύει, σήκωσε τα πόδια σου λίγο να τα δεις να κατευθύνονται αντίθετα απ’ το τρένο, να πιστέψεις πως προχωράς αντίθετα, ναι, όσο μπορείς να προχωρήσεις αντίθετα μέσα σ’ ένα τρένο που δεν οδηγάς εσύ, να εξηγούμαστε, και που από τότε μέχρι τότε πηγαίνει πάντα από την αφετηρία στην άφιξη και θα σου χαρίζει τόσα δρομολόγια πάνω κάτω, μπρος πίσω και τούμπαλιν, όσο δεν καταλαβαίνεις το ταξίδι, όσο αντιτίθεσαι και νομίζεις πως πηγαίνεις αντίθετα επειδή κουνάς λίγο τα πόδια καθισμένος στην καρέκλα σου. Συνέχισε να αρνείσαι, να μην καταλαβαίνεις, να παραπλανάς τον εαυτό σου και τους άλλους συνεπιβάτες, συνέχισε για να ζήσεις, για να μην πάψεις να ταξιδεύεις πάνω κάτω. Γιατί μόλις καταλάβεις πως είσαι μέσα στο τρένο, μόλις καταλάβεις πως όλοι είμαστε μαζί μέσα στο ίδιο τρένο, και όλοι μαζί πηγαίνουμε προς την ίδια κατεύθυνση στον ίδιο προορισμό, που άλλοι τον λένε αφετηρία κι άλλοι άφιξη μα είναι ακριβώς ο ίδιος, άλλοι το λένε μπρος κι άλλοι πίσω μα είναι ακριβώς ο ίδιος επιμένω, άλλοι έτσι άλλοι αλλιώς κι είναι όλα ένα, κι όλοι ένα είναι, να δεις μετά που το τρένο θα σταματήσει για να κατέβεις. Να δεις που δε θα σου χρησιμεύουν σε τίποτα τα αξιαγάπητα πόδια σου που νόμιζαν πως περπατούσαν και μάλιστα επαναστατούσαν στη ροπή του τρένου. Να δεις που δε θα χρειαστεί βήμα να κάνεις. Κι ούτε τα χωράφια, ούτε τα σύννεφα, ούτε ο καιρός, ούτε τίποτα, ούτε κι αυτά τα πουλιά. Γιατί όλα θα τα προσπεράσεις κι όλα θα τα πάρεις μαζί σου άθελά σου γλιστρώντας από το σφραγισμένο παράθυρο, την οροφή, το χαλασμένο έιρ κοντίσιον, τι κομψή λέξη, μέσα σπ’ τις κόλλες και τα βιδωμένα πλαστικά, μέσα απ’ τα σίδερα και τις κουρτίνες, από πού θα φύγεις δεν είναι το θέμα, καθένας προτιμά κι άλλο υλικό, μα όλοι περνούν μέσα απ’ τα πορώδη και αδιαφανή, όλα όσα μέχρι πρότινος φάνταζαν αδιαπέραστα, θα γλιστρήσεις έξω απ’ το τρένο, έξω απ’ την αρχή, έξω απ’ το τέλος, έξω απ’ τις κατευθύνσεις, τις ροπές, τις στάσεις, έξω από ΟΛΑ.
Και τότε θα πάρεις μια Ανάσα. Όχι τυχαία. Όχι μια απλή ανάσα ή μια βαθιά ανάσα. Όχι βέβαια. Όταν λέμε θα πάρεις μια Ανάσα εννοούμε το ίδιο μ’ αυτό που πριν μέσα στο τρένο όταν τα μιλούσαμε λέγαμε θα πάρεις έναν άντρα ή μια γυναίκα. Λοιπόν, τότε θα πάρεις μια Ανάσα. Κατάλαβες; Αν δεν κατάλαβες, καλύτερα για σένα… θα συνεχίσεις να ταξιδεύεις και θα ’ναι μακρύς ο βίος σου, τα έτη σου πολλά και τα πάνω κάτω αναρίθμητα κι ίσως και όλο και πιο πάνω, όλο και πιο κάτω, όλο και πιο μπρος, όλο και πιο πίσω… μα όταν φτάσεις να πάρεις την Ανάσα, δεν θα πει κανείς πως η Ανάσα σου έδωσε το ωραίο ταξίδι, μα ακριβώς το αντίθετο…
πως το ταξίδι, αχ το ταξίδι μέσα στο τρένο, σου έδωσε την ωραία Ανάσα…