Labels

Sunday, November 20, 2011

Η ευτυχία της Ευτυχίας - παραμύθι - Βασιλική Νευροκοπλή για τους Ερευνητές της Καθημερινής 19/11/11



H Ευτυχία αγαπούσε τον ήλιο και τη ζέστη.
Δεν αγαπούσε το κρύο και το σκοτάδι.
Μεγάλωνε την άνοιξη. Μεγάλωνε το καλοκαίρι.
Δε μεγάλωνε το φθινόπωρο. Καθόλου μα καθόλου το χειμώνα. Ποτέ τις νύχτες.

- Ευτυχία, όλες οι εποχές είναι ωραίες, έλεγε ο μπαμπάς.
- Καλό το κρύο, το σκοτάδι ήσυχο, συνέχιζε η γιαγιά.
- Έτσι που πάς δε θα μεγαλώσεις, τόνιζε αυστηρά ο παππούς.
- Θα μείνεις για πάντα μικρή κι εγώ θα σε περάσω, υπερηφανευόταν ο αδερφός της.

Μόνο η μαμά δε μιλούσε.
Προσπαθούσε να καταλάβει τι κάνει την Ευτυχία δυστυχισμένη.


Άλλο ένα καλοκαίρι τέλειωσε. Ήρθε το φθινόπωρο.
Τα σύννεφα. Οι βροχές.
Ήρθε πιο νωρίς η νύχτα.

Η Ευτυχία κολλούσε το μούτρο στο τζάμι.

-     Τι σου λείπει;
-     Ο ήλιος μαμά, το παιχνίδι…

Έφυγε η μαμά και μετά από λίγο
γύρισε μ’ ένα κόκκινο κουτί στα χέρια.

-     Μ’ αυτα θα φτιάξεις το δικό σου ήλιο.
Κάθε μέρα και μια ηλιαχτίδα.
Έτσι θα φωτίσεις το φθινόπωρο. Θα ζεστάνεις το χειμώνα.
Έτσι θα παίζεις, είπε και της έδωσε το κουτί  με τα χρώματα.

Η Ευτυχία αγκάλιασε σφιχτά τη μαμά της κι άρχισε να ζωγραφίζει.
Λίγο κόκκινο… λίγο κίτρινο… μια σταγόνα άσπρο… ένας μεγάλος κύκλος...
Αύριο η πρώτη ηλιαχτίδα…

Κάθε μέρα κι από μία.
Κάθε μια διαφορετική.
Όπως η κάθε μας μέρα.

Σήμερα τρεμουλιαστή… Τώρα βουλίτσα βουλίτσα... Αύριο δυνατή σα γίγαντας… 
Μικρή σαν εμένα… Σαν τη μαμά μου γελαστή… Σαν τον αδερφό μου άγρια...
Χοντρή σαν τον μπαμπά… Γκρινιάρα σαν την ξαδέρφη μου...
Περνούσε ο καιρός...

Κάθε βράδυ προτού κοιμηθεί κοιτούσε ευχαριστημένη το ζωγραφισμένο της ήλιο στο παράθυρο.

 Έκλεινε τα μάτια και ονειρευόταν την αχτίδα της επόμενης μέρας.

Λίγο πριν τελειώσει ο ήλιος στο παράθυρο τέλειωσε και το φθινόπωρο. Μπήκε ο χειμώνας. Έξω χιόνιζε.

-     Μαμά, όταν τελειώσω τον ήλιο θα έρθει η άνοιξη;
-     Φυσικά και θα έρθει!
-     Κι αν τον τελειώσω πιο γρήγορα;
-     Αν τον τελειώσεις πιο γρήγορα, τότε… θα ζωγραφίσεις το φεγγάρι που τώρα το κρύβουν τα σύννεφα.
 Το φεγγάρι είναι ο ήλιος της νύχτας. Στο άλλο παράθυρο.
-     Δεν έχει αχτίδες το φεγγάρι, μαμά. Θα τελειώσει πολύ γρήγορα. Μετά τι θα κάνω;
-     Αν τελειώσει πολύ γρήγορα… μετά θα κάνεις... αστέρια. Και τ’ αστέρια είναι ήλιοι. Αμέτρητοι ήλιοι.
Αστέρια διαφορετικά, όπως η κάθε μας νύχτα, το κάθε μας όνειρο.
Μέχρι να τα τελειώσεις, δε μπορεί, θα έρθει η άνοιξη...


Τέλειωσε ο ήλιος. Τέλειωσε γρήγορα και το φεγγάρι.
Η Ευτυχία άρχισε να ζωγραφίζει αστέρια.
Όσο ζωγράφιζε χαιρόταν. Όσο χαιρόταν μεγάλωνε. Κι όσο μεγάλωνε άλλο τόσο ζωγράφιζε.

Αστέρι σγουρό σαν τα μαλλιά του Λισιάν που θα παντρευτώ όταν μεγαλώσω… Λαίμαργο σαν την θεία Ουρανία…
Γκρι σαν το δελφίνι στη Σκόπελο… Άσπρο σαν το γάλα που μ’ αρέσει... Κουτσό σαν τον παππού...
Κρυουλιάρικο σαν τη γιαγιά…

  
 Ώσπου, έφτασε η άνοιξη! Ήρθαν τα χελιδόνια!
Άρχισαν να χτίζουν φωλιές στο μπαλκόνι. Πολλές φωλιές.

Κάθε πρωί η μαμά άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα.
Η Ευτυχία έτρεχε να δει τον ήλιο, τα πουλιά, τ’ ανθισμένα δέντρα.
Κι η μαμά έλεγε:

-     Φάε το πρωινό σου και τρέχα στην αυλή! Οι φίλοι σου σε περιμένουν!

Μεγάλωνε η μέρα. Μεγάλωνε κι η Ευτυχία. Έπαιζε και χαιρόταν την άνοιξη.
Δε χρειαζόταν πια τις μπογιές της. Έβαλε το κόκκινο κουτί κάτω απ’ το κρεβάτι.
Κάθε βράδυ η μαμά της τη σκέπαζε με φιλιά.
Το μικρό κορίτσι κοιτούσε τις ζωγραφιές στα παράθυρα που φώτιζαν τη νύχτα και σκεφτόταν:

«Τι ωραία που είναι η άνοιξη με δυο ήλιους! Δυο φεγγάρια! Τόσα πολλά αστέρια!
Αλλά και το φθινόπωρο, τι ωραίο που ήταν με έναν ήλιο, τον δικό μου ήλιο!
Πόσο ωραίος κι ο χειμώνας, με το φεγγάρι μου, τ’ αστέρια μου! Τι φωτεινές οι νύχτες του!»


Τα χρόνια περνούσαν.
Κάθε φθινόπωρο και κάθε χειμώνα η Ευτυχία έβγαζε το κόκκινο κουτί και ζωγράφιζε ήλιους κι αστέρια.
Φεγγάρια στρογγυλά, μισά, φλούδες λεπτές σαν από καρπούζι, από πορτοκάλι, φεγγάρια χαμογελαστά.
Γέμισε τους τοίχους του δωματίου, της κουζίνας, του μπάνιου, του σαλονιού, μέχρι που ζωγράφισε όλο το σπίτι από μέσα κι από έξω!

Και μια μέρα το ένιωσε βαθιά πως πράγματι όλες οι εποχές είναι ωραίες. Καλό το κρύο. Το σκοτάδι ήσυχο.
Πως όσο κρύο κι αν έχει, αν ζωγραφίζεις ήλιους ζεσταίνεσαι.
Πως όσο κι αν βραδιάζει δεν θα είναι ποτέ τόσο σκοτεινά αν έχεις φτιάξει φεγγάρια και αστέρια γύρω σου.

Κι έτσι η Ευτυχία ζωγραφίζοντας μεγάλωσε.
Δεν κατάλαβε για πότε πήγε σχολείο. Για πότε έμαθε να διαβάζει και να γράφει.
Ούτε κατάλαβε πως δεν μπορούσε πια ούτε στιγμή να αποχωριστεί τα χρώματά της.
Ζωγράφιζε και την άνοιξη, ζωγράφιζε και το καλοκαίρι.
Ώσπου μια μέρα έγινε ζωγράφος χωρίς να το καταλάβει.

Κι αν ξεκίνήσε να ζωγραφίζει ό,τι της έλειπε, όπως ήλιους, φεγγάρια κι αστέρια,
συνέχισε με ό,τι δεν συμπαθούσε, όπως το κρύο, τη βροχή και το σκοτάδι.
Ύστερα, ό,τι αγαπούσε περισσότερο, όπως την οικογένειά της και τους φίλους της.
Μια μέρα τόλιμησε να ζωγραφίσει τα αισθήματά της με κάτι παράξενα σχήματα και χρώματα.
Λίγο καιρό μετά, τις σκέψεις της και τα σχέδιά της για το μέλλον.
Ώσπου έφτασε κάποτε να ζωντανέψει τα πολύχρωμα όνειρά της.
Κι ήταν τόσα πολλά και τόσο παραμυθένια τα όνειρά της που άρχισαν να γεμίζουν βιβλία με παραμύθια για παιδιά. Εξάλλουι τοίχοι του σπιτιού της από καιρό είχαν γεμίσει.
Τα βιαβλία με παραμύθια είναι σαν τ’ αστέρια και τα όνειρα. Δεν τελειώνουν ποτέ.
Όπως και η ευτυχία της Ευτυχίας.

No comments:

Post a Comment

Σχόλια