Labels

Saturday, October 1, 2016

Τραγούδι του Αγίου Ανανία - Καλό μήνα!




Από τη Δαμασκό, ήτανε, της Συρίας
και του Κυρίου μαθητής, ο άγιος Ανανίας
Εντέλλεται σε όραμα τον Παύλο να βαφτίσει 
Τον γίγαντα, ο ταπεινός έτσι θα συναντήσει
Και τον βαφτίζει πράγματι, μιας κι ο Καλός Χριστός μας
διαλέγει άσημους κι απλούς, που ο κόσμος ο δικός μας
τους προσπερνάει σαν τυφλός, ώστε να βοηθήσουν
αυτούς που 'ναι ασύγκριτοι. Η ενότις είναι μία
Ήταν στην αρχαιότητα κι είναι στην Εκκλησία 
Στη Δαμασκό επίσκοπος έγινε ακολούθως
και θαύματα αμέτρητα διενεργούσε ούτος
Έφερνε πλήθη στον Χριστό, τόσα που ο ηγεμόνας
των Σύρων ενοχλήθηκε. Τον πήρε κατά μόνας
και να αλλάξει, πρόσταξε, την πίστη στον Θεό του.
Πώς ν' αρνηθεί ο μαθητής τον Άγιο Δάσκαλό του;
Δεν άλλαξε, του έξυσαν με νύχια όλο το σώμα
με βούνευρα μαστίγωμα κι άλλα πολλά ακόμα
δεινά βασανιστήρια, ως να τον οδηγήσουν
έξω από τη Δαμασκό να τον λιθοβολήσουν
Αυτά μπορούνε οι δειλοί και άλλα δεν γνωρίζουν
Ξέρουνε να ταλαιπωρούν κι άλλους να βασανίζουν
Εκεί, λοιπόν, απέθανε, κι η τρυφερή ψυχή του
πέταξε για τους ουρανούς, όπου οι σύντροφοί του
κι ο αγαπημένος Παύλος του, άνοιξαν τις αγκάλες
να τον δεχτούνε στοργικά μες στις χαρές τις άλλες
Στη Δαμασκό του έφτιαξαν ναό να τον τιμούνε
κι ο τάφος του ιάματα βρύει σ' όσους πονούνε  




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Friday, September 30, 2016

Τραγούδι του Αγίου Γρηγορίου, επισκόπου της Αρμενίας


Επί Διοκλητιανού, εκεί στην Αρμενία
έζησε ο Γρηγόριος. Ξέσπασε η μανία
του γδικιωμού επάνω του. Τον βασιλιά της χώρας
θανάτωσε ο πατέρας του, και το κακό της μπόρας
πλήρωσε ο Γρηγόριος απ' τον διάδοχό του.
Τι φταίει ο γιος, αν ο γονιός χρωστά λογαριασμό του
Δεν έχει νομοτέλεια η ηθική η πράξη 
όπως η βιολογική -κι αυτή κατά την τάξη
Μα ο Τιριδάτης θύμωσε, τον άγιο θα φωνάξει
με απειλές την πίστη του πασχίζει να αλλάξει
Ακλόνητος ο άγιος στην πίστη την αγία
σ' ένα πηγάδι θα βρεθεί με άγρια θηρία
και ιοβόλα ερπετά. Τον Δανιήλ ομοιάζει
στο λάκκο των λεόντων του. Κανένα δεν πειράζει
κι αυτόν όπως κι εκείνονα. Περνούνε τόσοι χρόνοι
μόνο με ψίχουλα ψωμιού καθώς χήρα ζυγώνει
και ρίχνει καθημερινά. Αυτά τα δεκαπέντε
χρόνια εκεί ο άγιος, μα που 'ναι ο Τιριδάτης;
Ο νους του πάει, σάλεψε. Ο άμοιρος σατράπης
τώρα τρώει τις σάρκες του και στο βουνό τους χοίρους
πάει και βόσκει σαν βοσκός που δεν κατέχει κλήρους
κι αξίωμα βασιλικό, στέμμα, δόξα δική του
Νύχτα ένας ουράνιος πάει στην αδερφή του
Αν το Γρηγόριο ευθύς δε βγάλει απ' το πηγάδι
δε θα σωθεί ο βασιλιάς και θα βρεθεί στον Άδη
της λέει κι αυτή τρέχοντας στους άρχοντες πηγαίνει
Η συνοδεία πάραυτα στο φρέαρ μεταβαίνει
Τον άγιο ακέραιο κι αλώβητο τον βγάζει
Δεν είχε πάθει τίποτα. Το φως που απαυγάζει
το ωραίο του το πρόσωπο τους κάνει και σαστίζουν
Μα εκεί που όλοι έκθαμβοι τον άγιο αντικρίζουν
αυτός θερμά προσεύχεται εις τον Θεό να δώσει
στον Τιριδάτη την υγειά, τους φρένας του να σώσει
Αυτό ποθεί γι' αναταμοιβή, κι ο βασιλέας γιάνει
Πιστεύει και βαπτίζεται και ύστερα τι κάνει
Επίσκοπο της χώρας του τον άγιο τον χρίζει
Ν' αμοίψει θέλει το καλό που του 'κάνε και χτίζει
και Εκκλησιίες πάμπολες . Των Αρμενίων όλων
γίνεται ο Γρηγόριος, ο φωτιστής, παρόλων
τόσων δεινών που τράβηξε. Κι ύστερα σύνεχίζει,
αφού Αρχιεπίσκοπο βασιλοπαίδι χρίζει,
στις γύρω χώρες να γυρνά και σ' όλους να κηρύττει
Σε γήρας έφθασε βαθύ, και επί τη αρρήτη
φιλανθρωπία του Θεού για την υπομονή του
που τόσα χρόνια πέρασε στο σκοτεινό πηγάδι
άστρο τον έκανε ο Θεός και ήλιο στο σκοτάδι



Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Wednesday, September 28, 2016

Τραγούδι του Αγίου Κυριακού του Αναχωρητή


Ο Κυριακός στην Κόρινθο, επί Θεοδοσίου 
του δεύτερου, γεννήθηκε. Ο βίος του οσίου  
αρχίζει απ' τον πατέρα του που 'τανε ιερέας
και τον Δεσπότη θείο του. Γόνος τέοιας παρέας
γαλουχημένος νάματα γλυκά και άγιους τρόπους
δεκαοχτώ χρονών τραβά για τους Αγίους Τόπους
Τα αφήνει όλα πίσω του, τόση την δίψα είχε
που απ' τα χνάρια του Χριστού δεν άντεχε να απείχε
Χάρηκε κι έκλαψε εκεί, ευφράνθηκε η ψυχή του
Στου Ευθυμίου τη μονή πάει για την ευχή του
Ο Μέγας ο Ευθύμιος αμέσως διαβλέπει
με το προορατικό χάρισμα που διαθέτει
πως ο μικρός ο Κυριακός πολύ τρανός θα γίνει
Έτσι κοντά στον άγιο και ο μικρός θα μείνει
Καλογεράκι γίνεται και τόσο προοδεύει
που ο Θεός του δώρισε χάρισμα να γιατρεύει
όπως και ο Ευθύμιος. Στην έρημο τραβούσε
κι εκεί αγωνιζότανε, τα πάθη του νικούσε
Μόνος με τον ερώμενο Χριστό να κουβεντιάζει
ήθελε κι ας ο σατανάς όλο και τον πειράζει
Η χάρη του ως τον ουρανό έφθασε και θα γίνει
στη Λαύρα του Χαρίτωνα ηγούμενος. Θα μείνει
ως τα βαθιά γεράματα εκεί κι εκεί θα λάμψει
έως τα εκατόν εφτά χρόνια δίχως να πάψει
τον Κύριό του να υμνεί μέχρι την κοίμησή του
ο του Κυρίου, Κυριακός, όνομα ταύτισή του.
Από την αγαθότητα που 'χε, όλα τα μέλη
του σώματός του μείνανε άφθαρτα και τα σκέλη
όπως σαν ήταν έφηβος. Δε γέρασε ο γέρων
την εφηβεία στο κορμί και στην ψυχή του φέρων
τιμάται και στην Κόρινθο μα και στον κόσμο όλο
και μας συντρέχει ερχόμενος απ' του ουρανού το θόλο


  Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Tuesday, September 27, 2016

Τραγούδι του Αγίου Χαρίτωνα


Του Ικονίου ήτανε ο όσιος βλστάρι
κι ήταν λεπτός και ευγενής σαν το ξανθό το στάρι
Τρίτο αιώνα έζησε, τόσο ευλογημένος
Χαρίτων, χαριτόβρυτος και τρισχαριτωμένος
Κήρυττε σ' όλους τον Χριστό κι ας οι διωγμοί ξεσπούσαν
του Αυρηλλιανού, κι εκεί πόσοι δε μαρτυρούσαν
Τον φώναξε ο διοικητής: "Αυτό μη μου το κάνεις,
του λέει, τη θρησκεία μας στο στόμα σου μην βάνεις
Αρχαία είν' τα είδωλα κι η πίστη των προγόνων
παίρνεις ανθρώπους στο λαιμό δικών τους απογώνων
Πάψε, λοιπον, το κήρυγμα της νέας σου θρησκείας
και κάνε κάποια πράγματα άλλης σου αρεσκείας"
"Εγώ ν' αλλάξω, δεν μπορώ. Θα ευχόμουνα ν' αλλάξεις
εσύ και η παρέα σου, διοικητά της τάξης"
Οργίστηκε ο άρχοντας, σκληρά τον βασανίζει
Με σιδερένιους όνυχες τη σάρκα του ξεσχίζει
δαυλούς ανάβει, βάναυσα το σώμα του φλογίζει
και τον οσιομάρτυρα στο τέλος φυλακίζει
(Αγιασμένες φυλακές, πόσους φιλοξενήσαν
αγίους, αδικούμενους που ούτε και προξενήσαν 
κάτι κακό οι ταπεινοί και ταλαιπωρημένοι
Μέχρι και τον Χριστό σ' αυτές ανάγκασαν να μένει) 
Περνούνε και παρέρχονται ακάθεκτοι οι χρόνοι
κι ο Αυρηλιανός, λοιπόν, πεθαίνει εις την Ρώμη
Αφήνουν τον Χαρίτωνα ελεύθερο να πάει
στους Άγιους Τόπους που ποθεί να δει όσα πατάει 
το πόδι του Κυρίου του σαν ήρθε μες στην πλάση
Στον δρόμο,  τού ορμούν ληστές, δεν πρόλαβε να φτάσει
εκεί που πόθαγε η ψυχή. Τον πάνε στη σπηλιά τους
Σε μία άκρη τον πετούν, λεφτά ζητούν, μα αλιά τους,
πού να τα βρει ο δύστυχος. Ένας ο θησαυρός του
κι αυτός ήταν πνευματικός, ο Κύριος Θεός του
Μια μέρα πάνε στη δουλειά κι αφήνουν σε δοχείο
κρασί να πιούνε ύστερα, μα ζωντανό στοιχείο,
μία οχιά φαρμακερή, θα χύσει το φαρμάκι
μέσα στο κιούπι κι ύστερα σαν πιουν στο ποτηράκι
όλο τους το παλιό κρασί, όλοι τους θα πεθάνουν
Την ίδια ώρα τα δεσμά άγγελοι θα τα κάνουν
λυμένα πια να σωριαστούν. Ο όσιος γονατίζει
με πόνο και με δάκρυα για τις ψυχές ψελλίζει
την προσευχή του τη θερμή, για να τους συγχωρέσει
ο Κύριος, και στην χαρά κι αυτούς να τους χωρέσει
Μια φώτιση τού έρχεται τ' αγίου σαν τελειώνει
την προσευχή, και τη σπηλιά έτσι μεταμορφώνει
Λοιπόν, τη μετασκέυασε, έθαψε τους ληστές του 
Τι τυχεροί που στάθηκαν να γίνουν κτίτορές του 
Έτσι εργάζεται ο Θεός. Όλων τη σωτηρία
ποθεί μ' αγάπη περισσή, τους σώζει απ' τα θηρία
Με τον καιρό προσέρχονται πλήθη πολλά να γίνουν
καλόγεροι που στη σπηλιά-μονή θα παραμείνουν
Ερωδιοί και εραστές Κυρίου που δοξάζουν
ακοίμητοι τον Πλάστη τους κι ενώ αυτοί μονάζουν
το μοναστήρι της σπηλιάς γίνεται μία Λαύρα 
μεγάλη πια όπου φυσά Ιησού Χριστού η αύρα
Ο άγιος θαυματουργεί, νερό 'πό πέτρα βγάζει
που τρέχει έως σήμερα κι όλους τους αγιάζει
Σε βαθύ γήρας έφθασε μέχρι να 'ρθει η μέρα
που έφυγε απ' τη ζωή και πήγε στον Πατέρα
Στης Καλοσύνης το θρονί σιμά, τώρα πρεσβεύει
όλες τις αστοχίες μας, Εκείνος να γιατρεύει



Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Monday, September 26, 2016

Τραγούδι του Αγίου Καλλίστρατου και των συν αυτώ 49 στρατιωτών


Επί Διοκλητιανού και στο ρωμαϊκό στρατό του
ήτανε ο Καλλίστρατος, και αν και το χωριό του
η Καρχηδόνα ήτανε, διέμενε στη Ρώμη
Ως εκ προγόνων χριστιανός, δεν είχε μόνο ρώμη
είχε πλήθος χαρίσματα που τα 'κανε όλα πράξη
Κάποιοι που τον φθονούσανε απ' του στρατού την τάξη
στον στρατηγό κατέδωσαν τον άξιο στρατιώτη 
Λένε πως είσαι χριστιανός, του λέει αυτός, και ότι
για την αγάπη στον Χριστό θα έδινες τα πάντα.
Σίγουρα είμαι χριστιανός, του απαντάει. Γιάντα
να βασανίζεσαι λοιπόν; Είμαι, κι έτσι θα μείνω
και το ποτήρι το πικρό, εγώ σαν νέκταρ πίνω
Κάνε αυτό που σκέφτηκες και μην αργοπορήσεις
Ό,τι κι αν κάνεις, τον Χριστό ποτέ δε θα νικήσεις
Φρικτά τον βασανίζουνε τον άγιο με μένος
Στα χείλη έχει προσευχή και στην καρδιά του αίνος
ξεχείλιζε για το Χριστό από τη Θεία Χάρη
που τόσο τον δυνάμωνε ώστε αυτός να άρει
με θάρρος τον βαρύ σταυρό στην πλάτη την αντρίκια
Τον δέρνουνε με βούνευρα, τον ξύνουνε με νύχια
πάνω σε θραύσματα γυαλιών το σώμα του κυλούνε
Όπως κι εμείς πολλές φορές που τόσο πλια πονούμε
σωματικά και ψυχικά και κάποιος μας κρατάει
της Παναγίας η στοργή, η ανάσα που φυσάει 
τόσων αγίων πάνω μας και του Χριστοτύ το χέρι
Σ' ένα ασκί δερμάτινο τον βάζουν και σε μέρη
της θάλασσας της άδολης τον ρίχνουν να γλιτώσουν
Μα αν δε θέλει ο Θεός, ό,τι κι αν αποσώσουν
οι άνθρωποι, δε γίνεται. Βγαίνει από το κύμα
και σώος μα και αβλαβής ο άγιος. Στο κρίμα
μα και μπροστά στο άδικο, οι σαρανταεννέα
στρατιώτες του που βλέπουνε να 'χει ο άγιος λάμψη
το θαύμα κι η υπομονή που έχει θα τους κάμψει
Μέγας ο του Καλλίστρατου Θεός, βροντοφωνάζουν
Είν' ο Χριστός αληθινός, ό,τι κι αν διατάζουν
οι στρατηγοί κι οι άρχοντες. Κι εμείς, τώρα μαζί του,
μπορούμε να πεθάνουμε σαν χριστιανοί δικοί του!
Σ' ένα μπουντρούμι όλους τους κατόπίν τους κλειδώνουν
Κι εκεί με θεϊκά κλειδιά που πόρτες ξεκλειδώνουν
ο άγιος Καλλίστρατος κηρύττει τον Θεό του
Σταύρωση και Ανάσταση, Δεύτερο ερχομό Του
Ακόμη περισσότερο τότε αυτοί πιστεύουν
Ύστερα απ' την κατήχηση, μ' επίγνωση γυρευουν
να απαντήσουν τον Χριστό ό,τι κι αν τους κοστίσει
Τους βγάζουν απ' τη φυλακή κι ο άγιος θα γκρεμίσει
μονάχα με την προσευχή ένα ναό ειδώλων
Μπροστά στη σκόνη του ναού, το γκρέμισμα αυτών όλων
ο στρατηγός διέταξε να αποκεφαλίσουν
και τους πενήντα πάραυτα, κανέναν μην αφήσουν
Μα άλλοι ογδόντα κι εκατό και πέντε στρατιώτες
το θαύμα βλέποντας σκιρτούν, τις σκόνες τις αρνούνται
κι ομολογούνε τον Χριστό. Οι υπόλοιποι φοβούνται
και πιότερο ο στρατηγός. Πάει το στράτευμά μου,
κι αν σφάξω τώρα και αυτούς, ποια θα 'ναι η δουλειά μου;
Σ' εσάς, χαρίζω τη ζωή, κάνετε ό,τι θέτε.
Συγκινημένοι παίρνουνε τα λείψανα που λέτε
όλων όσων μαρτύρησαν μ' ευλάβεια μεγάλη
ενώ την ίδια τη στιγμή εκείνη σε γη άλλη
ελάμβαναν αμάραντο στέφανο οι ψυχές τους
για τη μεγάλη πίστη τους και για τις αντοχές τους  




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 


Sunday, September 25, 2016

Τραγούδι της Οσίας Ευφροσύνης


Στου Θεοδοσίου, τον καιρό, του δεύτερου, συμβαίνει
την Ευφροσύνη που ορφανή στα δυο της χρόνια μένει
από μανούλα στοργική, να την αρραβωνιάσει,
αθέλητα, ο πατέρας της, ώστε όταν γεράσει
να δει εγγόνια και χαρές. Ενώ αυτός γλεντάει
εκείνη άλλα σχέδια στο νου κλωθογυρνάει
Φοράει ρούχα αντρικά και φεύγει απ' την πόλη
Θέλει να γίνει του Χριστού νύμφη, κι ας λένε όλοι
Την πόρτα του μοναστηριού χτυπάει, την κοιτούνε
που μοιάζει σαν αγένειο παιδί και απορούνε
"Ευνούχος είμαι, αδερφοί", λέει, "του βασιλιά μας
Ήρθα να γίνω μοναχός κι άφησα τη δουλειά μας
Εγώ τον Κύριο ποθώ, παλάτια, βασιλιάδες
άφησα πίσω για να βρω πολέμων Ιλιάδες
Όσοι και αν μου χρειαστούν, εγώ για το Χριστό μου
θα υποστώ τα πάνδεινα. Είναι το ριζικό μου."
Την πήρανε οι αδερφοί, Σμάραγδο τον φωνάζουν
Σε όλα πρώτος γίνεται κι όλοι τον λογαριάζουν 
Ψαθί έχει για κράββάτο, λίθο για μαξιλάρι
Περνούνε χρόνοι και καιροί, κανείς δε θα το πάρει
είδηση, πως ο Σμάραγδος, γυναίκα είναι, κόρη
πατέρα που τριάντα οχτώ χρόνια γυρνά τα όρη
φωνάζοντας: "κορούλα μου, πού είσαι, γύρνα πίσω
Μοναχοκόρη μου γλυκειά, έλα προτού ν' αφήσω
την τελευταία μου πνοή. Έλα πια στον πατέρα"
Ο Σμάραγδος εγέρασε κι αρρώστησε μια μέρα
Μα από καιρού και εις καιρόν, δίχως να το γνωρίζει
η κόρη του πως ήτανε εκεί που όλο γυρίζει
πήγαινε ο πατέρας της σ' αυτό το μοναστήρι
να βρει κάποια παρηγοριά για το πικρό ποτήρι
που έπινε τόσο καιρό. Λιγο πρτού πεθάνει
τον κάλεσε η κόρη του και στο κελί της πιάνει
να πει το μέγα μυστικό που είχε φυλαγμένο.
"Εγώ είμαι πατέρα μου, το τέκνο το χαμένο
Σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς, συχώρου μου τον πόνο
που χρόνια σε επότισα και την ευχή σου μόνο
δώσε μου για ν' αναπαυθώ σ' Αυτόν που περιμένει
να πάρει την ψυχούλα μου". Άφωνος τότε μένει
ο δόλιος ο πατέρας της κι η κόρη φτερουγίζει
μες στους γαλάζιους ουρανούς. Πέφτει αυτός, λυγίζει
τα γόνατα κι ημιθανής μες στο κελί ξαπλώνει
Όταν, λοιπόν, συνέρχεται, τότε και φανερώνει
στους μοναχούς το μυστικό. Κλαίει με την ψυχή του
Πόσα χρόνια το ήθελε να κλάψει και αλί του
ήρθε η ώρα κι η στιγμή να βγει έτσι το κλάμα
που μάζευε τόσο καιρό σαν μπήκε αυτή η λάμα
του μαχαιριού μες στην καριδά. Στο τέλος τους δηλώνει:
"Να φύγω τώρα δεν μπορώ. Καρδιά δεν το σηκώνει.
Θα μείνω στο κελάκι της και πάνω στο ψαθί της
θα τρώγω, θα προσεύχομαι με την ανάμνησή της
μέχρι να έρθει η ώρα μου κοντά της για να πάω
Τίποτα δεν άγαπησα και πλιο δεν αγαπάω"
Δέκα χρόνια ο γέροντας σκληρούς αγώνες κάνει
Στον δέκατο, ο σπλαχνικός Θεός τονε προφθάνει
Και δίπλα στην κορούλα του τον βάζει να γελάει
για μια αιωνιότητα που τέλος δε χωράει 


Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 





Κυριακὴ Α᾽Λουκᾶ

 Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη α λουκα

(Λουκ. 5,1-11)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς 
1. παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 
2. εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα.
3. ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.
4. ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.
5. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.
6. καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 
7. καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά.
8. ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. 
9. θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 
10. ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.
11. καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.