Labels

Monday, June 26, 2017

ΑΘΩΣ - Τα χρώματα της πίστης - Έκθεση φωτογραφίας του Στρατού Καλαφάτη




Ο ΑΘΩΣ ΣΤΗ ΝΙΚΗΤΗ

Η έκθεση Άθως / Τα Χρώματα της Πίστης, παρουσιάζεται ανανεωμένη με νέες εικόνες, στον Τεχνοχώρο Αποθήκη, στην παραλία Νικήτης.
Σας περιμένω με ιδιαίτερη χαρά, να ανταμώσουμε στα εγκαίνια, με κρασί και μουσικές.

Sunday, June 25, 2017

Kυριακὴ Γ’ Ματθαὶου

Αποτέλεσμα εικόνας για γ ματθαιου

(Ματθ. 6,22-33)

Εἶπεν ὁ Κύριος· 
22. ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· 
23. ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 
24. Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 
25. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 
26. ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν;
27. τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 
28. καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει·
29. λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 
30. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31. μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32. πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 
33. ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.






Saturday, June 24, 2017

Τὸ γεννὲθλιο τοῦ Τιμὶου Προδρὸμου καὶ βαπτιστὴ τοῦ Κυρὶου Ἰωὰννη

Αποτέλεσμα εικόνας για γενεθλιο προδρομου


Ζαχαρία, χόρευε σὺν τῇ συζύγῳ
Οὐ πολλὰ μὲν τίκτοντες, ἓν δὲ καὶ μέγα.
Πρόδρομον ἀμφὶ τετάρτην εἰκάδα γείνατο μήτηρ.

Την ημέρα αυτή η Αγία μας εκκλησία εορτάζει το γενέσιο του ενδόξου Προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννη.
Ο πατέρας του Ζαχαρίας, ήταν ιερέας. 
Κάποια ημέρα την ώρα του θυμιάματος, είδε μέσα στο θυσιαστήριο άγγελο Κυρίου, ο οποίος του ανήγγειλε ότι θα αποκτούσε γιο τον οποίο θα ονόμαζε Ιωάννη. 
Ο Ζαχαρίας σκίρτησε από χαρά , αλλά δυσπιστούσε. 
Η γυναίκα του ήταν ηλικιωμένη και στείρα και άρα ήταν αδύνατο να κυοφορήσει και αυτές τις αμφιβολίες τις εξέφρασε στον άγγελο ο οποίος του απάντησε ότι το παιδί θα γεννηθεί και εκείνος θα τιμωρηθεί για την απιστία του, παραμένοντας κωφάλαλος μέχρι να πραγματοποιηθεί η βουλή του Θεού. 
Πράγματι η γυναίκα του η Ελισάβετ συνέλαβε και μετά από εννέα μήνες γέννησε γιο. Οκτώ ημέρες μετά τη γέννηση κατά την περιτομή του παιδιού οι συγγενείς, θέλησαν να του δώσουν το όνομα του πατέρα του δηλ. Ζαχαρία. 
Όμως ο Ζαχαρίας έγραψε επάνω στο πινακίδιο το όνομα Ιωάννης. Αμέσως λύθηκε η γλώσσα του και όλοι οι παριστάμενοι πλημμύρισαν χαρά κι ελπίδα, διότι κατάλαβαν ότι γεννήθηκε ο Πρόδρομος της παρουσίας του αναμενόμενου Μεσσία. 
Ο Ιωάννης δε διέθετε μόνο το χάρισμα της προφητείας, αλλά αξιώθηκε και τη μεγαλύτερη χαρά και τιμή.
Βάπτισε το Μεσσία Χριστό, τον οποίο και ομολογούσε σ’ όλη του τη ζωή.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Προφῆτα καὶ Πρόδρομε, τῆς παρουσίας Χριστοῦ, ἀξίως εὐφημῆσαι σέ, οὐκ εὐποροῦμεν ἠμεῖς, οἱ πόθω τιμῶντες σέ, στείρωσις γὰρ τεκούσης, καὶ πατρὸς ἀφωνία, λέλυται τὴ ἐνδόξω, καὶ σεπτή σου γεννήσει, καὶ σάρκωσις Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, κόσμω κηρύττεται
.
Κοντάκιον
Ἦχος γ’. Ἡ Παρθένος σήμερον.
Ἡ πρὶν στείρα σήμερον, Χριστοῦ τὸν Πρόδρομον τίκτει, καὶ αὐτὸς τὸ πλήρωμα, πάσης τῆς προφητείας, ὅνπερ γάρ, προανεκήρυξαν οἱ Προφῆται, τοῦτον δή, ἐν Ἰορδάνῃ χειροθετήσας, ἀνεδείχθη Θεοῦ Λόγου, Προφήτης Κῆρυξ ὁμοὺ καὶ Πρόδρομος.

https://aerapatera.wordpress.com/2017/06/24/τὸ-γεννὲθλιο-τοῦ-τιμὶου-προδρὸμου-κ/



Friday, June 23, 2017

Ο γάιδαρος και το βόδι - Διασκευή αραβικού μύθου, α ΄ μέρος


Ζούσε κάποτε στη μακρινή Περσία ένας πλούιος πραματευτής. Είχε πολλά χωριά και πολλά υποστατικά στην κατοχή του, είχε και ζώα που εξυπηρετούσαν τις ανάγκες του. Αυτά τα είχαν κι άλλοι. Μα τούτος ο πραματευτής είχε κι ένα χάρισμα που άλλος κανείς δεν το 'χε.  Καταλάβαινε τη γλώσσα των ζώων. Αυτό όμως δεν μπορούσε να το εκμυστηρευθεί σε κανέναν γιατί αν το μαρτυρούσε θα κινδύνευε η ζωή του.
Περνώντας μια μέρα έξω από ένα παχνί που διαφέντευε, ακούει τον γάιδαρο με να κουβεντιάζει με το βόδι.

  • Πόσο καλότυχος είσαι γάιδαρε! Μακαρίζω κι εσένα και την τύχη σου, είπε το βόδι στον γάιδαρο.
  • Και γιατί; το ρώτησε ο γάιδαρος.
  • Γιατί περνάς τη ζωή σου τρωγοντας και πίνοντας και αν δεν αναπαύεσαι, το πολύ πολύ να κουβαλάς για λίγο τον αφέντη μας από το σπίτι ως το χωράφι κα ιπάλι πίσω. Ενώ εγώ ο κακότυχος, από το χάραμα ως το βράδυ σέρνω το αλέτρι για να οργώσω το χωράφι και το βράδυ συνήθως είμαι τόσο κουρασμένος που δεν έχω κουράγιο ούτε να φάω και ξαπλώνω πάνω στις κοπριές και τα κάτουρα να έρθει το ξημέρωμα για να αρχίσω πάλι απ' την αρχή την κακότυχη ζωή μου.
  • Από το όνομά σου φαίνεται πως πράγματι είσαι χοντροκέφαλος, αστόχαστος και μπουνταλάς, του απάντησε ο γάιδαρος. Ενώ σε προίκισε η φύση με τόσες δυνάμεις, δεν τις εκμεταλλεύεσαι διόλου. Άκουσε το λοιπόν τη συμβουλή μου: Όταν θα έρθει το πρωί ο γεωργός να σε ζέψει στο αλέτρι, μούγκισε, απείλησε τον με τα κέρατα, χτύπα το πόδι σου στη γη πεισματικά κι όταν σου δώσει άχυρα να φας, μύρισέ τα, μα μη τα αγγίξεις.
  • Σαν καλά να τα λες και σ' ευχαριστώ. Θα κάνω ακριβώς όπως τα λέγεις και ελπίζω πως θα έχουμε ένα αίσιο τέλος.

Αυτά είπαν τα δυο ζώα και ο πραματευτής τα άκουσε. Την άλλη μέρα το πρωί πάει ο γεωργός να ζέψει στο αλέτρι το βόδι, το βρίσκει να κυλιέται κάτω σαν λεχώνα. Τα άχυρα ανέγγιχτα. Πάνω που πάει να το σηκώσει να το ζέψει, σηκώνεται εκείνο, να μουγκρητά, να χτύπημα τα ποδάρια του στη γη, να και καμώνεται πως θα του βγάλει το μάτι. Τρέχει στον αφέντη ο γεωργός και το και το του λέει τα μαντάτα. Αρρώστησε μαθές το βόδι, αφέντη, και τι θα κάνουμε;

Τα ακούει ο πραματευτής και του απαντά: Μιας και αρρώστησε το βόδι, πιάσε και ζέψε το γάιδαρο στο αμάξι και στο αλέτρι να οργώσει όλη μέρα. Έτσι κι έγινε.

Τόσο πολύ κουράστηκε ο γάδαρος που άμαθος καθώς ήτανε σε τόση δουλειά αλλά και τόσο ξύλο που έφαγε, το βράδυ δεν τον κρατούσαν τα πόδια του και σκεφτότανε: δικό μου είναι το φταίξιμο. Να που με έφερε η αγνωσία μου. Αν δε βρω μια μαργιολιά να μεταπείσω το βόδι να αλλάξει απόφαση, είναι βέβαιο πως θα αφανιστώ πολύ γρήγορα.

Αφού πληροφορήθηκε ο πραματευτής από τον γεωργό τι τράβηξε ο δύστυχος ο γάιδαρος, βγήκε το βράδυ να φεγγαρολουστεί στο κήπο μαζί με τη γυναίκα του και τα παιδιά του. Κάποτε ξεγλυστρά και πάει στο παχνί να δει τι θα σκαρφιστεί ο γάιδαρος να πει στο βόδι. Το ακούει, λοιπόν, να λέει:

  • Τι γίνεται, φίλε; Πώς τα πέρασες σήμερα;
  • Αφού έφυγες εσύ, έφαγα όσα άχυρα βρήκα και ξεκουράστηκα ως τα τώρα. Να 'σαι καλά που με φώτισες κι άλλαξες το ριζικό μου.
  • Πες μου όμως αύριο που θα σε φέρει πάλι φαγί ο γεωργός, τι σκοπεύεις να κάνεις; ρωτά ο γάιδαρος το βόδι.
  • Θα κάνω ό,τι έκανα και σήμερα. Θα ακούσω τη συμβουλή σου και πάλι και θα κάνω τον μισοπεθαμένο.
  • Φίλε μου, ξανασκέψου το, γιατί αυτός θα είναι και ο αφανισμός σου. Θα σου εμπιστευτώ τι άκουσα ερχόμενος. Έλεγε που λες, ο πραματευτής του γεωργού: Αν τυχόν και αύριο το βόδι είναι άρρωστο, δεν υπάρχει λόγος να το κρατούμε ζωντανό. Θα το πας στον μακελάρη να το σφάξει και να παστώσει το κρέας του, ενώ το δέρμα του θα το κρατήσουμε για τις ανάγκες μας. Αυτά άκουσα ερχόμενος και σαν φίλος είχα χρέος να στα πω. Γι' αυτό η συμβουλή μου τώρα είναι, αύριο που θα σου φέρει ο γεωργός τα άχυρα, να τα φας με πολλή όρεξη και να σηκωθείς αμέσως μετά στα δυνατά σου πόδια για να συμπεράνει πως γιατρεύτηκες και να αλλάξει την απόφασή του. Ειδεμή και κάνεις διαφορετικά, ο αφανισμός σου είναι βέβαιος.

Αυτά είπε ο γάιδαρος στο βόδι κι εκείνο άρχισε να τρέμει στη σκέψη πως θα αφανιστεί. Ο δε πραματευτής ακούγοτνας τη συζήτηση άρχισε να γελά με την καρδιά του.




* Για τη διασκευή του μύθου που συμπεριλαμβάνεται στα Παραμύθια της Χαλιμάς, τόμος Α ΄, εκδ. 
Ερμής, Βασιλική Νευροκοπλή.



Wednesday, June 21, 2017

ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΝ - Αφήγημα του Tarta από το βιβλίο 365 ATHENS Tarta &Death Vallee


365 ATHENS
Tarta & Death Vallee

"Τι κοιτάς ρε; Ναι, εμείς είμαστε.
Τα ελαττωματικά γρανάζια του κόσμου σου. 
Τα πρωινά κάνουμε ότι δουλεύουμε πλάι σου και τις νύχτες.... σαμποτάζ.
Αν μας δεις, κάνε λίγο το μαλάκα.
Σου ευχόμαστε ολόψυχα μια μέρα να χαλάσεις κι εσύ."

Με αυτές τις λίγες λέξεις ως εισαγωγή, ξεκινά το βιβλίο του Tarta που όσο κι αν το αναζήτησετε, δεν πρόκειται να το βρείτε. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό δείγμα 
της συνέπειας ενός νέου παιδιού που υπογράφει τα γκράφιτι που φτιάχνει τις νύχτες με ψευδώνυμο σε τοίχους που το όνομά τους έχει πλέον ξεχαστεί. Το βιβλίο δεν έχει στο εξώφηλλο τίτλο, δεν έχει όνομα συγγραφέα, ούτε και εκδότη. Τα ονόματα του συγγραφέα και του φωτογράφου των φωτογραφιών που συνοδεύουν κάθε κείμενο, αλλά και το κεντρικό σώμα του βιβλίου, βρίσκονται κάτω από αυτή τη μικρή εισαγωγή-μότο. 
Αναρωτιέμαι πόση συνείδηση έχει το παλικάρι αυτό για τη φλέβα που κουβαλά, την εμποτισμένη με το ιδιόμορφο χάρισμα του εσωτερικού μονολόγου που διαμόρφωσε την λογοτεχνική σχολή της Θεσσαλονίκης. Δεν είναι βέβαια τυχαίο πως προέρχεται απ΄αυτήν την πόλη. Το βλέμμα μέσα από το οποίο κοιτάζει και βλέπει την πρωτεύουσα δεν είναι άμοιρο ενός Γιώργου Ιωάννου και Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Μάλλον είναι πολύ συγγενές, με την διαφορά πως διατυπώνεται στη γλώσσα των νέων της εποχής. Των νέων που επιλέγουν συνειδητά να ζουν στο περιθώριο αηδιασμένοι από την υποκουλτούρα της μασκαρεμένης αστικής ζωής και του πλέον απολίτιστου πολιτισμού μας. Των νέων που γνωρίζουν καλά τη γλώσσα τους, την ιστορία τους, την καρδιά τους που κουβαλά το ήθος των λίγων εκείνων  ανθρώπων που δεν πουλάνε την ψυχή τους στον διάολο του ΕΓΩ.
Γλώσσα στον ξέφρενο ρυθμό μιας ακραίας ζωής που ακροβατεί στο περιθώριο -σ' αυτό το περιθώριο που ακόμα κι αυτό κάποιους άλλους πολύ τους βολεύει. Καυτηριασμός και χιούμορ, ευαισθησία και στοχαστική ματιά που δεν αρκείται στα φαινόμενα ούτε στην αυταρέσεκεια. Αυτοανατρέπεται και αυτοαμφισβητείται διαρκώς. Πληγώνεται, καίγεται, γίνεται στάχτη κα ιξεκινά απ' την αρχή. 
Ελπίζοντας πως αυτό το βιβλίο δε θα βγει ποτέ στο εμπόριο για να καταναλωθεί από την αναγνωστική μάζα, την αποδεδειγμένα ικανή με μεγάλη συγκίνηση να το διαστρεβλώσει ώστε να καταφέρει να το εξομοιώσει με τον εαυτό της, μπαίνω στον κόπο να αντιγράψω ένα από τα εφτά μικρά αφηγηματικά διαμάντια αυτής της νέας λογοτεχνικής στόφας. Κείμενα σαν κι αυτό, τα διαβάζεις για να τα ξεχάσεις αμέσως μετά. Θέλεις δε θέλεις, θα τρυπώσουν μέσα σου σαν ακαριαία αχτίδα φωτός στο απόλυτο σκοτάδι σου. Τις εύκολες ώρες της ζωής σου θα ξυπνούν εφιάλτες και τις δύσκολες θα πολλαπλασιάζονται για να σε κρατήσουν όρθιο.
Να σημειώσω πως το βιβλίο συμπεριλαμβάνει ασπρόμαυρες φωτογρφίες της Αθήνας του Death Vallee και από την ανάποδη είναι γραμμένο στα αγγλικά.

"ΜΕΤΑΞΟΥΡΓΕΙΟΝ

Το Μεταξουργείο σήμερα, κρύβει μέσα στα στενά του όλες τις αμαρτίες της πόλης. Στη σκιά του, διαφορετικοί μικρόκοσμοι διασταυρώνονται, συνθέτοντας μια πιο σκληρή και άρρωστη Αθήνα.
Καθώς κατηφορίζεις από την πλατεία Κουμουνδούρου, από κει που ενώνεται η καρδιά της πρωτεύουσας με τα μαυρισμένα της πνευμόνια, συναντάς τα πρώτα μαγαζιά της "chiná town". Λίγα και διάσπαρτα στην αρχή και έπειτα πιο πολλά, ενωμένα μεταξύ τυος. Οι Κινέζοι, μαθημένοι να δουλεύουν ασταμάτητα, δεν ασχολούνται μαζί σου. Συνέχισε το δρόμο σου, δε θα αργήσεις να καταλάβεις τι συμβαίνει, και καλύτερα κράτα το βλέμμα χαμηλά. Η λευκή βελόνα, ακουμπισμένη στο μαρμάρινο πλατύσκαλο κάποιου νεοκλασικού, στάζει ακόμα ιδρώτα και αίμα στον πεζόδρομο. Ζωναντοί-νεκροί στέκονται ολόγυρα. Ο πόνος διάχυτος και μυρωδιά του κάτουρου και της αργής σήψης σου φράζει τα ρουθούνια.
Μια ανάσα πιο πέρα, συνειδητοποιείς ότι τα φώτα της πόλης εδώ είναι κόκκινα μέρα-νύχτα. Φάροι λαγνείας και φτηνού έρωτα. Δειλή η μοναξιά, παίρνει μορφές ανθρώπων, αλλάζει γρήγορα πρόσωπα, πληρώνεται και κάνει κρεβάτι. Εδώ ο πόνος, η εγκατάλειψη και η μυρουδιά του παράνομου έρωτα, συνθέτουν ένα απαγορευμένο φόντο που μαγνητίζει.

Την ίδια στιγμή, τα μπαρ και τα καφενεία της περιοχής γεμίζουν νωρίς το απόγευμα και τα Σαββατοκύριακα μάλιστα, αδειάζουν πρωί. Οξύμωρο το σχήμα που δημιουργεί η ξέγνοιαστη διασκέδαση καθώς κυκλώνει όλη την αστική σαπίλα. Μου τράβηξε την προσοχή αρκετές φορές.

Θυμάμαι μια Παρασκευή απόγευμα μαζί με δυο φίλους, είχαμε προχωρήσει προς τα εδώ. Ψάχναμε κάποιον καθαρό τοίχο για να βάψουμε. Μας πήρε αρκετή ώρα, τα πάνα εδώ είναι βαμμένα. Λογικό, αφου πλέον το γκράφιτι έχει μετατραπεί σε πολύχρωμο "trend" που προσελκύει τον κόσμο και δεν ενοχλεί σχεδόν κανέναν.

Στην κόκκινη πλευρά του Μεταξουργείου όμως έχει πάντα χώρο. Οι νταβάδες της περιοχής δεν καταλαβαίνουν απ' αυτά. Εμείς βέβαια, αφού βρήκαμε έναν χώρο αρκετά μεγάλο, στην πρόσοψη ενός από τα σπίτια αυτά, αποφασίσαμε να ζητήσουμε άδεια, για να μην έχουμε θέμα. Αμήχανοι και μαγκωμένοι, περάσαμε το κατώφλι. Τα δυνατά βογκητά μέσα από το μικρό δωμάτιο μας θύμιζαν πού είμαστε.

  • Καθίστε, τώρα θα έρθει η κοπέλα, είπε καλωσορίζοντάς μας η Μαντάμ.
  • Όχι, όχι, περίμενε! της λέω κόβοντάς την. Είμαστε τα παιδιά από το γκράφιτι, της λέω. Θέλουμε να σας ζωγραφίσουμε τους τοίχους!

Με κοίταξε παραξενεμένη. Η κοπέλα μέσα συνέχιζε να βογκά και εγώ άρχισα να αναρωτιέμαι τι σκατά κάνω εδώ μέσα. Τις σκέψεις μου σταμάτησε η γεμάτη χαρά φωνή της Μαντάμ.

  • Ναι, ναι, μπράβο άντρα μου! Κάντο λίγκο πιο όμορφο και βάλε λίγκο χρώμα που το βλέπω και πιάνεται η ψυχή μου.

Δεν πρόλαβα να της απαντήσω, ένας αηδιαστικός τύπος, γύρω στα πενήντα, σχεδόν χοντρός, βρωμοκοπώντας κολόνια και ξινή ρετσίνα, μπήκε μέσα, σχεδόν τρεκλίζοντας και άρχισε με δυνατή φωνή να ζητά την "Κατερίνα". Αηδιασμένος πήρα τους άλλους και βγήκαμε έξω.
Συζητήσαμε λίγο τα διαδικαστικά, πού, πώς, τι, και απλώσαμε τα χρώματά μας στο πεζοδρόμιο. Δε βιαζόμασταν. Όσο πέρναγε η ώρα και έπαιρνε να νυχτώνει, όλο και περισσότεροι περαστικοί πελάτες της ηδονής περνούσαν από δίπλα μας. Έμπαιναν, έβγαιναν. Λες και γνωριζόντουσαν όλοι μεταξύ τους. Σταματούσαν και κουβέντιαζαν. Τους τραβήξαμε την προσοχή και μας χάζευαν, τραβούσαν φωτογραφίες, λέγανε μόνο μαλακίες και τέλος έφευγαν. Η Μαντάμ έβγαινε συχνά να δει το έργο.

  • Μπράβο άντρα μου! φωνάζει. Κάνε μόνο και μια καρδιά κόκκινη, ζουμερή, να τη βλέπω να χαίρομαι.

Γελάω και φτιάχνω μια καρδιά. Λίγο αργότερα είχαμε τελειώσει. Την βλέπω, μπαίνει μέσα και βγαίνει αμέσως. Μου βάζει τρία πενηντάρικα στην τσέπη.

  • ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΟ ΜΠΟΥΡΔΕΛΟ ΣΤΗ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΕΓΙΝΕ ΑΝΤΡΑ ΜΟΥ! Θα έρχονται όλοι στο δικό μου να γαμάνε. Ευχαριστώ άντρα μου! ΣΚΑΤΑ! Η καλή μου διάθεση πήγε περίπατο. Μαζέψαμε τα πράγματά μας και κάναμε να φύγουμε.

  • Στάσου, στάσου άντρα μου. Ελάτε μέσα να δείτε τα κορίτσια. Κερνάει το κατάστημα! Αρνηθήκαμε δυο, τρεις φορές, και στο τέλος μας άφησε να φύγουμε. Με σκυμμένα τα κεφάλια πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Οι τελευταίες της κουβέντες και τα 150 ευρώ στην τσέπη που τις επιβεβαίωναν, μας γέμισαν ενοχές. Για κανά δυο μέρες, κάθε φορά που έβγαζα να πληρώσω κάτι με αυτά τα λεφτά, ξενέρωνα.

Το καθημερινό πάντρεμα της φιλοχρήματης ανθρώπινης σάρκας με το φθηνό θάνατο και τους αδιάφορους καλεσμένους να γιορτάζουν χωρίς να ξέρουν γιατί, με κάνει συχνά να σκέπτομαι πως η Αθήνα δείχνει ομορφότερη όταν την κοιτάς από μακριά." 

Αντιγράφω και την τελευταία σελίδα του βιβλίου 365 ATHENS

Αντί επιλόγου

ΑΘΗΝΑ...

...εκεί που ο καθένας προσπαθεί με οποιονδήποτε τρόπο να κάνει αισθητή την παρουσία του, έστω και μέσα από την ανυπαρξία του.

365 ATHENS
Tarta & Death Vallee

Εξώφυλλο





*Για τα σχόλια και την αντιγραφή, Βασιλική Νευροκοπλή

Monday, June 19, 2017

"Ως την άκρη του νερού" στο Καλαμπάκι της Δράμας



Πρωινό Κυριακής μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ξεκινούμε για το Καλαμπάκι, ένα μικρό χωριό της Δράμας, άγνωστο για μας, ονομαστό όμως για το βιβλιοπωλείο του, το "Μια φορά κι έναν καιρό" και τις εκδηλώσεις του για τις οποίες μεριμνά η ιδιοκτήτριά του, Χρυσούλα Καρολίδου. 
Να πας σε ένα χωριό της Δράμας δίχως να περάσεις από τη μονή της Σίψας, είναι πράγμα αδύνατον. Σε άλλους καιρούς και παντα κατ' αναλογίαν -έστω υπερβολική, θα ήταν ωσαν σε καιρούς περασμένους να πηγαίνεις για μια δημόσια εκδήλωση σε έναν τόπο δίχως πρώτα να υποβάλλεις στον άρχοντά του τα σεβάσματά σου. Και ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης είναι ο άγιος της Δράμας, και το "παλάτι" του, η φτωχική και αρχοντική συνάμα, ιερά μονή της Σίψας που βρίσκεται λίγο πιο έξω από την πρωτεύουσα του νομού.
Η διαδρομή φέρνει στο νου ένα από τα δέκα μικρά φιλμάκια που έχει στην ταινία του "Τα όνειρα" ο Κουροσάβα, αυτό με τον Βαγκ Γκογκ. Είναι τόσο εκρηκτική η διαύγεια της ατμόσφαιρας μετά τις βροχές και τον αέρα που όλη η φύση αστράφτει σαν μόλις να έχει βαφτιστεί που μας δημιουργεί την εντύπωση πως ταξιδεύουμε μέσα σε έναν πίνακα ζωγραφικής, όπως ακριβώς στην ταινία του μεγάλου σκηνοθέτη εισέρχεται ο μεγάλος ζωγράφος μέσα στον πίνακά του.
Φτάνουμε στη μονή μετά το τέλος της Λειτουργίας και βλέπουμε τους προσκυνητές στην αυλή να λιάζονται κάτω από τον λαμπρό ήλιο. Αφού προσκυνούμε τον ναό, τα λείψανα του αγίου και τον τάφο του με τα ιστορικά δυο κυπαρίσσια εκατέρωθεν του μνήματος για τα οποία είχε προφητέψει πως μόνον όταν δουν να ενώνουν τις κορυφές τους θα έχει πεθάνει, μιας και συχνά έχανε τις ασιθήσεις του από τις αρρώστειες, πράγμα που έγινε έτσι ακριβώς και διήρκεσε σαράντα μέρες.
Να μπαίναμε όμως και στο κελάκι του αγίου, λέμε. Μα στο κελί δεν μπαίνεις έτσι, πρέπει να σε οδηγήσει κάποια αδερφή και δε φαίνεται καμιά απ' αυτές που γνωρίζουμε. Ώσπου, μιλώντας με μία καλογριά, βγαίνουμε φίλοι συγγενικούς της προσώπου και μας το προτείνει η ίδια, προτού το ζητήσουμε. Αυτά βέβαια, το ξέρουμε πλέον καλά, τα κανονίζει ο ίδιος ο άγιος. Ούτε οι επισκέπτες ούτε και οι μοναχές.
Η ατμόσφαιρα στο κελί του αγίου είναι του προηγούμενου αιώνα. Σαν να μην άλλαξε τίποτα από τον καιρό που εκείνος ζούσε. Σου λύνονται τα γόνατα καθώς εισέρχεσαι, σου λύνεται και η ψυχή. Το ξύλινο κρεβάτι του στρωμένο με κιλίμι, η ασπρόμαυρη παλιά φωτογραφία του στο προσκέφαλο. Ένα πρόσωπο όλο μάτια, μάτια κατάμαυρα, μεγάλα, εκφραστικά της μεγάλης αγάπης που είχε για τους απλούς, ταπεινούς και καταφρονεμένους της ζωής. Ζητούμε την ευχή του, αισθανόμαστε στα βάθη της καρδιάς μας πως μα την χαρίζει απλόχερα και ξεκινούμε για το Καλαμπάκι.
Λίγο πριν ή λίγο μετά το Δοξάτο, στο δρόμο για την Καβάλα, μας λέει μια κοπέλα σε ένα περίπτερο της Δράμας. Σε είκοσι λεπτά περνούμε την ταμπέλα με το όνομα του χωριού, μα χωριό δεν βλέπουμε. Χωράφια δεξιά κι αριστερά και πάμε. Πάμε, πάμε, ώσπου αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα σπίτια. Το Καλαμπάκι είναι ένα στενόμακρο χωριό σαν την ουρά ενός καλοκάγαθου δράκου.
Έξω από το Πολιτιστικό του κέντρο και τη Βιβλλιοθήκη του, μας περιμένουν οι άνθρωποί τους. Μας καλοδέχονται, η Χρυσούλα μας συστήνει σε όλους λέγοντάς μας ονόματα, παρατσούκλια, ιδιότητες και τα χαρίσματα του καθενός. Μέσα σε λίγα μόνο λεπτά έχουμε την σαφή εικόνα ενός μικρού και μεγάλου κόσμου.
Πέντε μαθητές με τις κθάρες τους κάνουν πρόβα μέσα στην αίθουσα, οι τρεις είναι από το Μουσικό Γυμνάσιο της Δράμας. Μετά τις εισηγήσεις που θα κάνουν η Νέλλη Στρατιγέλη και ο Μελισσινός Μελισσινός -δυο ολόδροσα νεαρά παιδιά που αποφάσισαν να μείνουν στο χωριό τους γυρίζοντας την πλάτη στα πλάνα φώτα των μεγαλουπόλεων- τα παιδιά θα παίξουν δυο τραγούδια. Το δεύτερο είναι ο γνωστός "Κεμάλ" του Γκάτσου και του Χατζιδάκι.
Τελειώνουν και έρχεται η σειρά μου να αναλάβω τα ηνία.
Όσο υπάρχουν παιδιά, αυτός ο κόσμος θα αλλάζει και θα γίνεται όλο και καλύτερος, λέω, και ζητώ συγνώμη για το ανορθόδοξο ξεκίνημά μου που προηγείται της καλημέρας μου και των ευχαριστιών μου προς τους διοργανωτές. Και αφού εκφράσω τη διαφωνία μου με το φινάλε του Γκάτσου στον "Κεμάλ" -για το οποίο πιστεύω πως και ο ίδιος θα μετάνιωσε εκ των υστέρων- συνεχίζω ακόμα πιο ανορθόδοξα, θεωρώντας πια πως όταν η καρδά τραγουδά, το τραγούδι της πρέπει να βγαίνει ανεμπόδιστα και όχι βάση των κανόνων της ευγένειας. Ενθυμούμενη τον μικρό διάλογο του Κουμπλάι Χαν με τον Μάρκο Πόλο, δεν μπορώ να μην το πω στους καλούς ανθρώους που κατακλείζουν την αίθουσα. Όλα, λοιπόν, γύρω μας είναι μια κόλαση; ρωτάει ο αυτοκράτορας τον Βενετσάνο κι εκείνος του απαντάει: Ναι, όλα είναι κόλαση, αλλά το θέμα να ανακαλύψουμε μέσα στην κόλαση τι δεν είναι κόλαση και να του δώσουμε διάρκεια. Και αυτό, προσθέτω, που δεν είναι κόλαση και οφείλουμε να του δώσουμε διάρκεια, στην προκειμένη περίπτωση είναι τα παιδιά, η μουσική και τα παραμύθια...
Το παραμύθι ξεκινά, αφού πρώτα έχω ζητήσει από τα παιδιά να είναι έτοιμα όταν τους κάνω νόημα, να ξαναπαίξουν το πρώτο τους τραγούδι. Αφού το παραμύθι ξεκίνησε με τα παιδιά, ήθελα και με τα παιδιά να τελειώσει. Η ατμόσφαιρα είναι σχεδόν εκκλησιαστική. Σαν αστραπή περνά από το νου μου καθώς αφηγούμαι το "Ως την άκρη του νερού" πως ο άγιος κατέβηκε από την άκρη του ουρανού και είναι εκεί μαζί μας. Τελειώνω και ρωτώ αν θέλει κάποιος να μιλήσει. Κανείς δε μιλά. Είναι ωραίο να μιλούν οι άνθρωποι, αλλά κι όταν δεν μιλούν είναι ακόμα καλύτερο, σαν τα παιδιά που είναι ακόμα πιο όμορφα όταν κοιμούνται. Μετά από λίγο σηκώνεται μια ωραιοτάτη κυρία, γιαγιά τεσσάρων εγγονών, και εκφράζεται επαινετικά. Όλοι γελούμε και χαιρόμαστε και όλοι ακολούθως έρχονται με ένα ή δυο βιβλία για αφιερώσεις. Οι άνθρωποι εδώ έχουν μάτια καθαρά. Το βλέμμα τους είναι βλέμμα και το γέλιο, γέλιο. Οι κουβέντες τους ίσιες, ντόμπρες, καρδιακές. Σε κάνουν να νιώθεις σαν στο σπίτι σου. Σαν να τους ήξερες από πάντα. Η Αθανασία Θεοδωρίδου φροντίζει τις εκδηλώσεις μαζί με την ομάδα της βιβλλιοθήκης και του Μορφωτικού Πολιτιστικού Συλλόγου Καλαμπακίου, την Πολύμνια Κεχαγιά, την Κλαίρη και την Νέλλη Στρατηγέλη και τον Μελισσινό. Φεύγοντας λες πως ένας άνθρωπος αρκεί για να αλλάξει ο κόσμος, πόσο μάλλον που εδώ δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Ένας άνθρωπος, ένας άγιος, ένας Θεός...
Τους ευχαριστώ όλους μέσα από την καρδιά μου. Πλάι σε όλους όσους προανέφερα θα προσθέσω και τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη που μέσω του εξαίρετου πωλητή του, Παύλου Κλαρίδη, στήριξε και αυτήν την παρουσίαση, όπως και τόσες άλλες, -την τελευταία αυτή παρουσίαση της σχολικής χρονιάς.
Καλό καλοκαίρι σε όλους!