Labels

Saturday, February 17, 2018

Mικρό παιδί σαν ήμουνα έξω απ' το Καρναβάλι


Κολλημένα τα μουτράκια μας στο παγωμένο τζάμι. Απέναντι ο μεγάλος δρόμος, η αλάνα με τις συκιές που κάθε απόγευμα έπαιζε ο Θανάσης ποδόσφαιρο με τους φίλους του, το διώροφο της Τασούλας με τα ασυννέφιαστα μάτια και παιδιά, πολλά παιδιά. Παιδιά που δεν έμοιαζαν με μας. Αλλά παιδιά, άλλων οικογενειών, με άλλες συνήθειες.
Κολλημένα τα μουτράκια μας στο παγωμένο τζάμι σιωπηλά. Κοιτάζαμε τα άλλα παιδιά να περνούν, να τρέχουν, να παίζουν, να καμαρώνουν ντυμένα καρναβάλια. Πιερότοι, κολομπίνες, σερίφηδες, μάγισσες, νεράιδες. Μέσα στις αστραφτερές στολές τους έμοιαζαν πλάσματα ονειρεμένων κόσμων, πλάσματα φτερωτά που το χώμα δεν γνώριζε τα ίχνη  τους.
Κολλημένα τα μουτράκια μας στο παγωμένο τζάμι κοίταζαν παραπονεμένα τα άλλα παιδιά. Των άλλων οικογενειών. Με τις άλλες συνήθειες. Τις εξωτικές. Εμεις δεν ντυνόμαστε καρναβάλια. Αυτά είναι ειδωλολατρικές συνήθειες. Δεν χρειαζόμαστε τη μεταμφίεση εμείς. Μα γιατί; ρωτούσαμε. Γιατί έτσι, είπε ο μπαμπάς. Γιατί έτσι, επανέλαβε η μαμά. Αντίρρηση δε σηκώνανε. Κι εμείς σκεφτόμασταν τι ωραίοι που είναι οι ειδωλολάτρες, πόσο όμορφα ρούχα φορούν και τι σπαθιά, τι πσιτόλια, καπέλα, φτερά και η λέξη “ειδωλολάτρες” έχανε όλη την πικρή γεύση που είχε στο στόμα των γονιών και γινόταν γλυκιά σαν καραμέλα στο στόμα μας ή καλύτερα γλυκιά σαν μήλο, εκείνο το μήλο, το απαγορευμένο.
Η μάνα κατάλαβε το σιωπηλό μας παράπονο. Ένιωσε τη ζήλια που έζωνε τη μικρή καρδιά μας και σαν φίδι τη δηλητηρίαζε. Άνοιξε την ντουλάπα της και άρχισε να βγάζει ρούχα παλιά, φουλάρια, υφάσματα, παπούτσια. Ελάτε, πάρτε ό,τι θέλετε. Θα ντυθείτε κι εσείς καρναβάλια με τα δικά μου ρούχα, αλλά δε θα βγείτε από το σπίτι, εδώ μέσα θα μείνετε.
Ετσι άρχισε το πανηγύρι εκείνο και γίναμε επιτέλους κι εμείς νεράιδες και σερίφηδες κι ας είχαμε αντί για μαγικό ραβδάκι κουτάλες της κουζίνας κι αντί για πιστόλια μαχαίρια του ψωμιού. Φαίνεται πως δεν πείραζε και τόσο να γινόμαστε κι εμέις μια σταλιά ειδωλολάτρες, τουλάχιστον όσο αυτό συνέβαινε μέσα στο σπίτι. Θα θέλαμε βέβαια να βγαίναμε κι εμείς έξω, έστω μέχρι απέναντι, στην αλάνα με τις συκιές, γιατί τι αξία έχει να είσαι ειδωλολάτρης αν δε σε βλέπουν οι άλλοι; Αν δε σε θαυμάσουν, δε σε αποδεχθούν, δε σε αναγνωρίσουν τέλος πάντων όμοιό τους; Ήμασταν τόσο μικρά που δεν ξέραμε πως η αληθινή χαρά και ευτυχία δεν έχει καμιά σχέση με την επίδειξη, μάλλον βρίσκεται στον αντίποδά της. Ευτυχώς όμως ήμασταν πολλά αδέρφια και δεν μας έλειπε και τόσο η παρέα των άλλων. Όχι και τόσο, μας έλειπε λίγο, πολύ λίγο. Τόσο όσο να κάνουμε υπομονή για να διηγηθούμε την επομένη στους φίλους μας στο σχολείο πως κι εμέις δεν πηγαίναμε παραπίσω.
Η παιδική καρδιά βέβαια στο βάθος αντιδρούσε. Η απαγόρευση των γονιών ήταν στα μάτια μας άδικη και βαριά σαν τιμωρία για κάτι που δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε γιατί ήταν κακό αφού ήταν τόσο όμορφο. Θα έπρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια για να νιώσουμε πως μια απαγόρευση σαν εκείνη, ένα “όχι” σε κάτι αυτονόητο και τόσο συνηθισμένο,  κάτι που κάνουν όλοι οι άλλοι, ήταν ένα μάθημα αντίστασης όχι μόνο απέναντι στις επιθυμίες των μαζών, μα και στις δικές μας. Ένα μάθημα που μας άνδρωνε. Και κάτι ακόμα. Μαθαίναμε να υπακούμε σε μια ακατανόητη προσταγή. Στους χρόνους που θα ακολουθούσαν, τους τόσο ορθολογικούς που όλη η αγωνία εξαντλείται στην κατανόηση των πάντων, ακόμα και όσων θα παραμένουν για πάντα ανεξήγητα, εκείνη η αφοπλισιτκή απάντηση στο παιδικό “γιατί;”, “γιατί έτσι”, στάθηκε συχνά οχυρό που μας προφύλαξε από την κατάρρευση.
Ίσως θα έπρεπε οι γονείς να χρησιμοποιήσουν τότε άλλες λέξεις. Στο κάτω κάτω δεν ξέραμε τι θα πει ειδωλολάτρης. Μα κάποτε παύεις να ζητάς καλύτερες λέξεις από αυτούς που σε ανάθρεψαν. Αυτές ήξεραν, αυτές χρησιμοποιούσαν κι εσύ, αν μπορείς, πρέπει να βρεις καλύτερες. Θα έρθει η ώρα, και πάντα έρχεται, που θα προτιμήσεις την μεταμόρφωση από τη μεταμφίεση και τότε κάθε μεταμφίεση θα μοιάζει γελοία, όσο αστραφτερή κι αν είναι.

Κολλημένα τα μουτράκια μας στο παγωμένο τζάμι μάθαιναν, έστω και ανεπίγωνστα, να παρατηρούν τις λογικές και τις συνήθειες του κόσμου. Ενός κόσμου αξιλάτρευτου μέσα στην τραγικότητα των συνηθειών του και μάλιστα δίχως καμιά αντίσταση και κανένα ερώτημα. Να στέκονται. Να κοιτούν. Να θαυμάζουν. Μέχρι να έρθει η ώρα και η στιγμή να επιλέξουν με ποιον θα πάνε και ποιον θα αφήσουν.



Friday, February 16, 2018

Μια βραδιά καρναβαλιού με τον Γιώργο Ιωάννου, την Σαπφώ Νοταρά και τον Τσαρούχη -του Γιάννη Κοντού


Οι απόκριες άρεσαν πολύ στον Γιώργο Ιωάννου. 
Και από την άποψη του ξέφρενου γλεντιού (που πάντα φανταζότανε) και από την άποψη της λαογραφίας, που μελετούσε και ερευνούσε. Eτσι λοιπόν μια χειμωνιάτικη βραδιά του Φλεβάρη (η διήγησή μου θα έχει τη μορφή παραμυθιού, γιατί πέρασαν χρόνια και γιατί μερικά πρόσωπα που δεν υπάρχουν πια είναι παραμυθένια), ήρθαν οι αποκριές. Η Αθήνα πάντα ωραία το χειμώνα, με αεράκι παγωμένο να κόβει μύτες και αφτιά. Μια νύχτα κρυστάλλινη με ψιλόβροχο, σ' ένα σπίτι στο Κολωνάκι έγινε σύναξη μεταμφιεσμένων. Μόνο που σε αυτές τις θεατρικές παραλλαγές, σκηνοθέτης και ενδυματολόγος ήτανε ο Γιάννης Τσαρούχης. Eδινε εντολές, οδηγίες και περιγραφές. 
Eτσι λοιπόν ο Γιώργος Μανιώτης έγινε για ένα βράδυ ο Μπαλζάκ, με ένα πολύ μυτερό κοτιγιόν, που ομοιοκαταληκτούσε με το βάρος του! Η Σαπφώ Νοταρά, κυρία με τις καμέλιες, με λευκά, με τούλια, με καπελάκι εποχής και τα απαραίτητα τσιγάρα Sante στο χέρι, να φουμάρει συνέχεια και σε τακτά διαστήματα να εκδηλώνει έναν επίμονο τσιγαρόβηχα. Ο Ιωάννου να μου λέει στο αφτί: «Τι τσιγάρα, Θεέ μου, τι τσιγάρα!». Η δε βραχνή και χαρακτηριστική φωνή της να δίνει και να παίρνει. Ο Αλέξης Σαβάκης, ναύτης νοσταλγικός. Η πάντα ωραία Αλίκη Γεωργούλη νοσοκόμα, με έναν πλαστικό πισινό, που όλο σήκωνε τη λευκή στολή για να φαίνεται και να προκαλεί ένα κύμα γέλιου όταν τον φανέρωνε με νάζι και σκέρτσο. 
Ο Γιώργος Ιωάννου από την προηγουμένη μάζευε ρούχα, παπούτσια, κάλτσες, περούκα, κραγιόν, πούδρες, χτενάκια, σκουλαρίκια και μολύβια για ψεύτικες ελιές. Του είχε πει, ο ζωγράφος: «Εσύ θα ντυθείς Πολίτισσα και θα τους φάμε όλους», με εκείνη τη φωνή τη χαμηλή και τόσο μουσική που όλοι αγαπούσαμε και περιμέναμε να μας απευθύνει το λόγο. Ο Γιώργος μού τηλεφωνούσε συνέχεια λέγοντας: «Δεν μπαίνουν οι κάλτσες, τα παπούτσια με χτυπάνε, κάνω δοκιμές με το κραγιόν και δεν τα καταφέρνω, δύο ή τρεις ελιές να κάνω;». Υπήρχε μια αγωνία και μια αθωότητα, σε όλη αυτή την προετοιμασία. Απ' ό,τι μου εξομολογήθηκε αργότερα, παιδευότανε δύο με τρεις μέρες να τα φέρει βόλτα, να σκηνοθετήσει πάνω του τα ρούχα. 
Ξέχασα να σας πω ότι ο Τσαρούχης μεταμορφώθηκε σε μια μαγική Μήδεια, έτοιμη για όλα με το μαχαίρι στο χέρι και φωνή σαν να βγαίνει από υποβολείο. Μου διηγείτο ο Γιώργος ότι κατευθυνόμενος στο σπίτι της συνάντησης αντάμωσε στο δρόμο μεταμφιεσμένο και τον ζωγράφο Γιάννη Μιγάδη. Μου έλεγε δε: «Τι κέφι, βρε παιδί μου, αυτός ο Μιγάδης! Μάλιστα χορέψαμε λίγο και στο δρόμο». Τέλος, ο Βασίλης Στεριάδης κι εγώ, ντυθήκαμε Τομ Σόγιερ σε σημείο να πει ο Τσαρούχης αδιάφορα: «Τι κοινοτοπία, τι επανάληψη, η επιλογή σας». 
Eγινε το πάρτι, γλεντήσαμε, χορέψαμε, τα είπαμε. Στον χορό, φυσικά, πρωτοστατούσε ο Ιωάννου και η φωνή της Σαπφούς τα σκέπαζε όλα με μια αχλή και ένα τράνταγμα! Τελείωσαν όλα, φύγαμε λίγο ζαλισμένοι. 
Με τα πόδια φτάσαμε στην πλατεία Κολωνακίου, ο γράφων και ο Γιώργος (Ιωάννου). Σταθήκαμε και μιλούσαμε και οι χαλκάδες στα αφτιά του Γιώργου φώτιζαν τη χειμωνιάτικη νύχτα. Περνάει ένα μηχανάκι και οι εποχούμενοι μας φώναξαν κάτι κοροϊδευτικό, ο Γιώργος μου λέει: «Μη δίνεις σημασία, είναι πράκτορες του...» (και ανέφερε ένα όνομα συγγραφέα που δεν τα είχαμε καλά τότε). Oπως εξομολογητικά, στο όρθιο, τα λέγαμε, του μίλησα για έναν σφοδρό έρωτά μου και μάλιστα δάκρυσα. Τότε έσκυψε και με φίλησε, λέγοντάς μου: «Μη στεναχωριέσαι, καλό μου, τα έχει η ζωή αυτά». Χωρίσαμε με φιλιά σταυρωτά και την υπόσχεση να βρεθούμε σύντομα. Εκείνος κατηφόρισε προς τα Εξάρχεια κι εγώ πήρα ταξί για το Κουκάκι που έμενα τότε. Eφτασα σπίτι και κοιτώντας στον καθρέφτη της τουαλέτας το πρόσωπό μου, είδα τα αποτυπώματα με το κραγιόν του Γιώργου. Για μια στιγμή φάντασα σαν κλόουν και με πήραν πάλι τα κλάματα. Yστερα έκλεισα το φως και κοιμήθηκα. 

Υ.Γ. Ποτέ δεν πήγα σε αυτό το πάρτι μεταμφιεσμένων, ξέρω τα καθέκαστα από διηγήσεις του Γιώργου (Ιωάννου) και του Γιώργου (Μανιώτη). Δεκέμβρης 2004. (Από την Καθημερινή). Πηγή: 

Thursday, February 15, 2018

Μνήμη Γιώργου Ιωάννου (20 Νοεμβρίου 1927 – 16 Φεβρουαρίου 1985) Συνέντευξη - θάλασσα 1978 - ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ - του Βασίλη Αγγελικόπουλου



Είχα χαρεί κι είχα στενοχωρηθεί μαζί όταν εκδόθηκαν πριν από μερικά χρόνια συγκεντρωμένες σε ένα τόμο συντεντεύξεις του Γιώργου Ιωάννου («Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής», Συνεντεύξεις (1974-1985), πρόλογος-επιμέλεια: Γιώργος Αναστασιάδης, Κέδρος 1996). Συγκεντρώνονταν επιτέλους οι συνεντεύξεις του, αλλά λυπήθηκα γιατί χάθηκε η ευκαιρία να δημοσιευθεί ολόκληρη, χωρίς περικοπές, μια σημαντική συνέντευξη που μου είχε δώσει για την «Καθημερινή» το 1978. Οι εκδότες είχαν συμπεριλάβει στο βιβλίο τη συνέντευξη αυτή, αλλά δεν γνώριζαν ότι υπήρχε αδημοσίευτο στο συρτάρι μου ένα μεγάλο μέρος της, το οποίο προθυμότατα θα παραχωρούσα ώστε να δημοσιευθεί ολοκληρωμένη, αν έμπαιναν στον κόπο να με ενημερώσουν για την έκδοση (ούτε και μετά το έκαναν, άλλωστε). Η συνέντευξη αυτή έχει τη μικρή της ιστορία (πολύ σημαντική για μένα, γιατί μου έδωσε την ευκαιρία όχι απλώς να γνωρίσω από κοντά έναν πολύ αγαπημένο μου συγγραφέα, αλλά και να αποκτήσω ένα μεγάλο φίλο, καθώς είχα την τύχη από τότε κι έως το θάνατό του να με περιβάλλει ο Ιωάννου με την αγάπη του). Ήμουν τότε νέος στην «Καθημερινή», όπου η Ελένη Βλάχου και ο Δημήτρης Παπαναγιώτου, ο διευθυντής μας, μου είχαν εμπιστευθεί το Ρεπορτάζ Θεμάτων Παιδείας -εν βρασμώ και ευαίσθητο όσο ποτέ εκείνα τα ταραγμένα χρόνια της Μεταπολίτευσης και της «εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης». Θέλησα όμως, μόλις ξεψάρωσα, να απλώσω τα πόδια μου και σε άλλα θέματα, πράγμα που δεν εμπόδισε η μεγαθυμία του διευθυντή μας, του Μίμη. Έτσι το βράδυ της 19ης Δεκεμβρίου 1978 βρέθηκα για πρώτη φορά στο σπίτι του Γιώργου Ιωάννου, στο δίπατο της Αρλέτας, στα Εξάρχεια. H συνάντηση κράτησε ώρες. Έφυγα πετώντας στα σύννεφα. Πέρασα τις Γιορτές εκείνες δουλεύοντας τη συνέντευξη. Τερατώδης απομαγνητοφώνηση, αλλεπάλληλες επεξεργασίες του κειμένου, γραψίματα με το χέρι τεράστιου αριθμού χειρογράφων. Τις πρώτες μέρες του νέου χρόνου παρέδωσα το κείμενο στον διευθυντή, που, παρά τις τόσες του έγνοιες, ασχολήθηκε ο ίδιος μ' αυτό. Το άπλωσε, δόξη και τιμή, σε μια ολόκληρη σελίδα του κυριακάτικου φύλου της 22ας Ιανουαρίου 1979 - σελίδα τότε που χωρούσε ίσως και το διπλάσιο κείμενο απ' ό,τι σήμερα. Συνέντευξη-θάλασσα. Μεστός κι ουσιώδης ο Ιωάννου, εντυπωσιακά προβεβλημένη η συνέντευξη, διαβάστηκε, συζητήθηκε, σχολιάστηκε, ικανοποιημένος κι ο ίδιος ο συγγραφέας. Αλλά εγώ απαρηγόρητος! Γιατί ο Μίμης είχε περικόψει μπόλικα κομμάτια της - «δεν χωρούσαν», μου είπε, «αλλά, ορισμένα, για να προφυλάξω και τον Ιωάννου, και σένα». Να μ' έσφαζες αίμα δεν θά 'βγαζα. Σήμερα τον ευγνωμονώ. Αν μη τι άλλο, που είχε κόψει ένα φλύαρο, απίστευτα σχοινοτενή πρόλογο, νεανικά «εξομολογητικό». Δεν ενδιέφερε κανέναν. Βλέπω όμως ότι ακόμη και σήμερα, μετά 26 ολόκληρα χρόνια, και 20 από το θάνατο του συγγραφέα, έχουν ενδιαφέρον και είναι καλό να δημοσιευθούν και να υπάρχουν κάπου τα κομμάτια της συνέντευξης που κόπηκαν τότε. Τα δημοσιεύουμε λοιπόν εδώ για πρώτη φορά, ελπίζοντας ότι κάπου, κάποτε, θα δοθεί η ευκαιρία σ' αυτήν τη συνέντευξη να δημοσιευθεί ολόκληρη ως αρχικά είχε. Υπάρχει άλλωστε «ζωντανή», και με τη φωνή του, σε κασέτες. Ο επίλογος (κομμένος επίσης): Ετοιμάζομαι να τον αποχαιρετήσω. Τον έχω κουράσει. Πέρασαν κάπου πέντε ώρες από τότε που ήρθα. Ξημερώνει ήδη η άλλη μέρα, Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου 1978. Μεθαύριο θα φύγει για Θεσσαλονίκη, να κάνει Χριστούγεννα με τους δικούς του. 

Θα μείνετε και την Πρωτοχρονιά επάνω;
 - Oχι, θα έχω επιστρέψει στην Αθήνα. Θα πάω σ' ένα φίλο μου όπου έκανα και πέρυσι Πρωτοχρονιά. Δεν κατάφερε να μας πεθάνει τότε με τα θαλασσινά που κάσες ολόκληρες μας φίλεψε, αλλά ελπίζω φέτος σε καμιά δραστικότερη ιδέα. 
Καληνυχτίζω γελώντας, κατεβαίνει μαζί μου τα σκαλιά, να με ξεπροβοδίσει: 
  • Πάντως φέτος αυτή η συνέντευξη με ανησυχεί περισσότερο κι απ' τα θαλασσινά. Σίγουρα θα περάσω καμιά μαύρη Πρωτοχρονιά!
  • - Ολη μου η ψυχοσύνθεση και όλος ο τόνος που έχω στη ζωή και στο γράψιμο, μου δείχνει ότι μου ταιριάζει πολύ να ζω στην περιοχή της πλατείας Κουμουνδούρου. Δεν ξέρω αν κάποτε δεν πάω να κατοικήσω εκεί γύρω. Μ' αυτήν την υπέροχη πλατεία και όλα εκείνα τα πέριξ, τα πραγματικώς ακόμη λαϊκά. Υπάρχουν εκεί μερικά παλιά σπίτια που διασώζουν μιαν ατμόσφαιρα, αλλά και οι πολυκατοικίες, έτσι φτηνές που έχουν χτιστεί και χωρίς αρχιτεκτονικά στολίδια, διαμορφώνουν μια περιοχή που αρκετά μοιάζει με τη Θεσσαλονίκη. Και είναι κι όλες αυτές οι αφετηρίες των λεωφορείων προς τις γύρω κωμοπόλεις και συνοικισμούς που συντελούν ώστε να περνά από κει ένα πλήθος ανθρώπων που έχει επάνω του τον τόνο και την έκφραση που έχω συνηθίσει να εκτιμώ. Κι ακόμη -και αυτό είναι το σπουδαιότερο- σαν υπόβαθρο της περιοχής είναι το νεκροταφείο του Κεραμεικού, που κρατά μιαν ατμόσφαιρα σχεδόν ερωτική. Δεν είναι βέβαια κανένα ενδιαίτημα ερώτων, όπως τα παλιά εβραϊκά μνήματα της Θεσσαλονίκης, εντούτοις δίνει την εντύπωση ότι θα μπορούσε κάλλιστα να γίνεται αυτός ο συνδυασμός, αν η πραγματικότητα το επέτρεπε. Κι αυτό είναι πολύ παρηγορητικό σμίξιμο όταν συμβαίνει. Μου είναι ιδιαίτερα συμπαθητικοί οι χώροι που συγκεντρώνουν και διαποτίζονται από τις δύο κορυφαίες στιγμές της ύπαρξης του ανθρώπου, τον έρωτα και το θάνατο... Λέγοντας τα τελευταία λόγια έχει κατεβάσει τα βαριά βλέφαρά του, όπως συχνά κάνει, συγκεντρώνοντας λες τη σκέψη του. Μένει λίγο έτσι, αλλά κάτι θυμάται που τον κάνει να ανοίξει τα μάτια και να ανασηκωθεί, χειρονομώντας ζωηρά:
  • - Παρ' όλη βέβαια τη φοβερή αυτή εκκλησία που έχει χτιστεί πάνω στον Κεραμεικό και που, αν υπήρχε καλαισθητική τόλμη, θα έπρεπε, αφού ζητήσουμε συγγνώμη από το Θεό, να τη μεταφέρουμε ευσχήμως... 
  • Για χάρη του έργου σας θυσιάζετε ένα σεβαστό μέρος της άλλης σας ζωής... 
  • Πολύ σεβαστό, τι! Αναστέλλω συνεχώς τη ζωή μου. 
  • Κι αυτήν την απώλεια πώς την αναπληρώνετε; Τι σας παρηγορεί, αν σας παρηγορεί κάτι. Το βράδυ της συνέντευξης, 19 Δεκεμβρίου 1978, στο διαμέρισμα του Γιώργου Ιωάννου, πάντα στο δίπατο της Αρλέτας, στα Εξάρχεια. Τότε όμως έμενε ακόμα στο μικρότερο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου. Αργότερα κατέβηκε στο πιο ευρύχωρο διαμέρισμα του ισογείου, όπου και έμεινε ώς τον θάνατό του. 
  • - Οπωσδήποτε δεν μπορεί να σε παρηγορήσει η προοπτική, ακόμα και η πεποίθηση της εξασφαλίσεως της υστεροφημίας. Εμένα δεν με απασχολεί αυτό. Το θέλω, αλλά δεν είναι αυτό που με κλείνει στο εργαστήριό μου τόσο τυραννικά. 
  • Είναι μήπως η σκέψη ότι από αυτά που έχετε να πείτε θα ωφεληθεί ο κόσμος γύρω σας, ο λαός... 
  • - Δεν κατέχομαι εγώ από τις έννοιες «λαός» ή «κόσμος», τις αόριστες. Μπορεί να με γοητέψει η ιδέα μιας παρέας εκλεκτών φίλων που θα διαβάσει αυτό που κάνω. Αλλά και αυτή η κρυφή χαρά παρουσιάζεται προς το τέλος, όταν βλέπω να γίνεται κάτι αυτό που γράφω. Δεν είναι αυτό η κινητήρια δύναμη. Κινητήρια δύναμη είναι η ανάγκη μου για εσωτερική τακτοποίηση. Να τα βάλω σε μια σειρά. Να τα πω. Και μάλιστα να τα πω χωρίς τις λέξεις εκείνες που κάνουν διάφορους, από τους οποίους κάπως εξαρτάται η ζωή μας, να εκμανούν. (Παύση). Χαίρομαι όταν τα λέγω αλλιώς. Και τελικά αυτό που προκύπτει -αυτό το λεξιλόγιο, και η φρασεολογία, και η μετάβαση, και οι συνειρμοί- μου αρέσει πολύ περισσότερο από το να είχα τη δυνατότητα να μιλώ απευθείας.
  • Αξίζει όμως για το όποιο έργο μας να φτάνουμε στο σημείο να απαρνιόμαστε την άλλη ζωή μας; 
  • - Οπωσδήποτε δεν μπορούν να ματαιωθούν ή να ανασταλούν για χάρη της αφοσιώσεως στο έργο σου όλα όσα φέρνει η ζωή μπροστά σου. Η μεγάλη πειθαρχία στην οποία έχω υποβάλει τον εαυτό μου έχει κι αυτή τα όριά της. Και τα όρια αυτά καθορίζονται από τις πολύ δυνατές ανθρώπινες σχέσεις, που κάποτε υπερισχύουν κάθε άλλης αφοσίωσης. Ολόκληρη η απάντησή του για το ζήτημα του έρωτα έχει ως εξής: 
  • Είναι μερικοί από τους ανθρώπους που εκτιμούν το έργο σας, οι οποίοι ενοχλούνται κάπως όταν αναφέρεστε σε πράγματα που κατά τη γνώμη τους «δεν πρέπει να λέγονται»...
  • Δεν καταλαβαίνω. Τι; Τι πράγματα, ποια; 
  • Γύρω από το ερωτικό θέμα. Εχουν ενοχληθεί επειδή μιλάτε για κάτι που θεωρείται...
  • Ταμπού! 
  • Ναι. 
  • Νομίζω ότι κι αυτούς που λέτε το ερωτικό θέμα τους απασχολεί πάρα πολύ ή τους απασχόλησε, αν είναι γέροι, αλλά απλώς θα τους απασχόλησε ίσως κατ' άλλο τρόπο. Και επίσης δεν είχαν -ευτυχώς ίσως γι' αυτούς- τη μανία να εννοούν να τακτοποιήσουν τον εαυτό τους εγγράφως. Δεν υπάρχουν άνθρωποι ζωντανοί που δεν τους έχει απασχολήσει το ερωτικό θέμα -το ερωτικό, όχι το σεξουαλικό- και δεν τους έχει καθορίσει περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. 
  • Τι υπήρξε για σας ο έρωτας, τι σας πρόσφερε, τι σας αφαίρεσε; 
  • Για μένα ο έρωτας υπήρξε η αιώνια ανοιχτή πόρτα προς τους άλλους ανθρώπους. Και με έχει τοποθετήσει τελεσίδικα σε μια θέση συμπάθειας απέναντί τους. Η φωνή του ακούγεται γαλήνια, μόνο κάπως κουρασμένη. 
  • Δεν φοβούμαι εγώ τους ανθρώπους. Καθόλου. Παρ' όλο που έχω πάθει πολλά. Και όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε μεγάλο πλήθος ανθρώπων, στους μεγάλους δρόμους ή σε συνάξεις, δεν νιώθω «συντριβή», όπως ακούω πολλούς να λένε. Αντίθετα νιώθω πάρα πολύ μεγάλη χαρά από τα ανθρώπινα πλάσματα που βρίσκονται γύρω μου. Ισως αυτό να είναι και ο κυριότερος λόγος που αγαπώ τόσο πολύ τις μεγαλουπόλεις, και φυσικά τις δύο μεγαλουπόλεις που έχει η χώρα μας, την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Σε τελική ανάλυση, το μόνο πράγμα που με παρηγορεί και καταστέλλει τη φοβία μου για το θάνατο είναι οι άλλοι, οι πολλοί άνθρωποι. Η μοναξιά μέσα στη φύση με πανικοβάλλει. Ενώ η μοναξιά μέσα στη μεγαλούπολη είναι το ιδανικό μου. Να είμαι κοντά, αλλά όχι μαζί, για να μπορώ να δουλέψω. Εάν δεν είχα αυτήν την ανάγκη της συγγραφικής δημιουργίας, ασφαλώς θα ζούσα, μετά τη δουλειά μου τη βιοποριστική, στα καφενεία, στους μεγάλους δρόμους, στα μεγάλα πάρκα, στα σινεμά. Για να βλέπω πολλούς ανθρώπους γύρω μου. Με παρηγορούν υποσυνείδητα. Oχι μόνο με τον έρωτα που μπορούν να μου παράσχουν, αλλά κυρίως με το παράδειγμα του θανάτου τους, της φθοράς τους. 
  • Το ερωτικό δέσιμο με έναν άνθρωπο, που άλλοι το έχουν ξεγράψει ως αδύνατο, άλλοι το ζουν, ή νομίζουν ότι το ζουν, και άλλοι το περιμένουν, εσείς πώς το αντιμετωπίζετε; 
  • - Η ερωτική μου ανάγκη είναι απόλυτα δεμένη με την ανάγκη της αφοσίωσης σε ένα πρόσωπο. Oχι της αφοσίωσης... της λατρείας, της εξουθένωσης μπροστά σ' ένα πρόσωπο. Αλλά αυτό πρακτικά είναι αδύνατο. Είναι αδύνατο... Και όχι μονάχα γιατί δεν βρίσκει ανταπόδοση, αλλά γιατί δεν βρίσκει καν αντικείμενο. Με την έννοια της αποδοχής αυτών των αισθημάτων, και όχι της μεταπτώσεώς τους σε διαφορετική πρακτική. 
  • Και πώς αναπληρώνεται το κενό που αφήνει αυτή η έλλειψη; 
  • Αναπληρώνεται από την έντονη φιλικότητα που διαπιστώνω αργότερα στα πρόσωπα εκείνα τα οποία, αφού γλίτωσαν από τις διαθέσεις μου για συντριβή μπροστά τους, και τακτοποίησαν τη ζωή τους όπως ήθελαν, μετά βλέπω ότι δεν ήταν τόσο αδιάφορα όσο είχαν δείξει. 
  • Μια άλλη επίκριση εναντίον σας είναι ότι δεν παίρνετε «πιο ανοιχτά» θέση για διάφορα πολιτικοκοινωνικά ζητήματα. 
  • Νομίζω ότι όλες οι πλευρές του βίου μου και των πραγμάτων που με τυραννούν πνευματικά βρίσκονται μέσα στο έργο μου. Απλούστατα, δεν γράφω μονοκόμματα πράγματα. Και είναι κι αυτοί που λένε αυτά τα πράγματα μειωμένης παρατηρητικότητας κι αντιλήψεως και δεν μπορούν να δουν τα διάφορα επίπεδα και στοιχεία από τα οποία σύγκειται η δουλειά μου. Είναι όλη μου η ζωή και όλες μου οι ανάγκες -δεν θέλω να χρησιμοποιήσω τις γελοίες αυτές εκφράσεις «κοσμοθεωρία» κ.λ.π.- μέσα στη δουλειά μου. Εγώ δεν έχω καταφέρει να αποκτήσω κομματική ένταξη. Ανήκω βέβαια στο γενικότερο αυτό χώρο που θα μπορούσε να ονομαστεί «της Αριστεράς», αλλά όμως κομματική ένταξη δεν μπορώ να αποκτήσω, γιατί δεν μου κάνει κανένα απ' αυτά. 
  • (Αναδημοσίευση από Anemourion. Η συνέντευξη αναρτήθηκε από τον Γιώργο Αργυρίου).
http://www.lifo.gr/team/sansimera/36161

Ανιμέισον

Αρίστασχρος Παπαδανιήλ
Έφη Παππά



Έρωτας - Χρόνης Μίσσιος


Τι είναι ο έρωτας;
Έρωτας είναι το ίπτασθαι οικειοθελώς,
το ωραιάσθαι αενάως,
το εγγίζεσθαι χαϊδευτικώς,
το ποθείν καθ' ολοκληρίαν,
το καλλωπίζειν το χώρο,
το φαντάζεσθαι εγχρώμως,
το διαλέγεσθαι μωβ,
το αντι-εξουσιάζεσθαι ανυπερθέτως,
το συνουσιάζεσθαι επαναληπτικώς.
Γενικώς το ευ ζειν...
Το αποπλανάσθαι στην απουσία της μοναξιάς.









Wednesday, February 14, 2018

Το Παραμύθι της Μουσικής στο Μόναχο




Από τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας της Ελληνικής Γλώσσας
χθες 9.2.2018 στο Μόναχο, που πραγματοποιήθηκε υπό την Αιγίδα του Γενικού Προξενείου
της Ελλάδας στο Μόναχο και σε συνεργασία με το Συντονιστικό Γραφείο
Εκπαίδευσης, την Ιερά Μητρόπολη Γερμανίας, το Ίδρυμα ΠΑΛΛΑΔΙΟΝ, 
τα ελληνικά σχολεία και τους φορείς του Μονάχου.
Μετά τον χαιρετισμό της Γενικής Προξένου Παναγιώτας Κωνσταντινοπούλου και την ομιλία της καθηγήτριας του Πανεπιστημίου του Μονάχου Μαριλίζας Μητσού παρουσιάστηκε το "Παραμύθι της Μουσικής" της Βασιλικής Νευροκοπλή από την ορχήστρα ΕΝ ΧΟΡΔΑΙΣ και με αφήγηση της ίδιας της συγγραφέας.















Monday, February 12, 2018

Ο Τρελός του Χωριού στο Δημοτικό σχολείο "Αριστοτέλης" του Μονάχου


Είναι η πρώτη παρουσίαση του Τρελού του Χωριού. Ήταν το τυχερό του να παρουσιαστεί πρώτα στα Ελληνόπουλα της Γερμανίας. Ίσως και σε παιδιά κάποιων ανάλογων “Τρελών” που ρισκάρουν τη ζωή τους και τη βόλεψή τους προκειμένουν να ανοίξουν το δρόμο στους άλλους. 
Πριν ακόμα έρθουν στην αίθουσα τα παιδιά, ρωτώ αν υπάρχει ένας πίνακας. Με είχε απασχολήσει τι μπορώ να κάνω για να βοηθήσω τα πολυ μικρά παιδιά να συγκεντρωθούν και να κατανοήσουν την αλληγορία του κειμένου. Ο πίνακας έρχεται και μάλιστα πρόκειται για έναν ασυνήθιστο πίνακα που έχει δύο φύλλα σαν πορτοπαράθυρα που ανοιγοκλείνουν. Όταν είναι κλειστά είναι πίνακας με πεντάγραμμο για νότες, όταν ανοίγουν, είναι καταπράσινος και πολύ μεγάλος. Η πολυτάλαντη Βιβή, πάντα πρόθυμη να βοηθήσει, με ρωτάει τι θέλω να ζωγραφιστεί στον πίνακα. Στη μέση το θηρίο, αριστερά του το Μικρό χωριό, δεξιά του η Μεγάλη πολιτεία, της λέω και παίρνει και το παραμύθι στα χέρια να εμπνευστεί. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά τα ζωγραφίζει όλα τέλεια, κλείνουμε τα “παντζούρια” του πίνακα και τον βάζουμε στην άκρη. Εύκολο είναι, ρόδες έχει, εκατόν εβδομήντα παιδιά μπαίνουν στην αίθουσα.
Μόλις ολοκληρώνεται η μαγευτική παράσταση του Αχτιδοϋφαντή από τα παιδιά της Δευτέρας, σηκώνομαι και παίρνω το μικρόφωνο για να αφηγηθώ το παραμύθι του Τρελού. Τα παιδια είναι ήσυχα, ακούνε με μεγάλη προσήλωση. Η ζωγραφιά πράγματι βοηθάει τα μικρά παιδιά, όπως το φανταζόμουν. Τελειώνοντας, ρωτώ τα μικρά ποιο ήταν τελικά το Θηρίο. Ο φόβος, μου απαντούν. Ο φόβος, ναι, αυτό ήταν. Ο φόβος που αδρανοποιεί όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου, την πρωτοβουλία του, αλλά και το αίσθημα ευθύνης. Τους διηγούμαι την αληθινή ιστορία πάνω στην οποία στηρίχθηκε το παραμύθι και εντυπωσιάζονται ακόμα περισσότερο. Συγκινούνται. Συνεχίζεται για λίγο ακόμα η συζήτηση, τα μικρά όμως έχουν κουραστεί και κάνουμε ένα διάλειμμα. Θα συνεχίσουμε με τα παιδιά της Έκτης που θέλουν να μου πάρουν συνέντευξη. Φεύγουμε όλοι από την αίθουσα και ανεβαίνουμε στην ηλιόλουστη σάλα του σχολείου. Σε ελάχιστο χρόνο στήνονται οι καρέκλες, ετοιμάζεται ο προτζέκτορας, η οθόνη, και πάλι κάθομαι από κάτω, μιας και καταρχάς θα πρακολουθήσω τι έχουν να παρουσιάσουν οι ίδιοι οι μαθητές. Μιλούν για τα παραμύθια μου, παρουσιάζουν το βιογραφικό μου, φωτογραφίες, χειροτεχνίες, μια ομορφιά!
Σηκώνομαι και αρχίζουν οι ερωτήσεις που τις έχουν γραμμένες στα τετράδιά τους. Αυτό όμως που δεν έχω ξαναδεί είναι ότι αυτά τα παιδιά σημειώνουν στα τετράδια και τις απαντήσεις μου. Ανάμεσα στις ερωτήσεις και κάποιες εντελώς ασυνήθιστες, όπως: τι θέση έχει η αγάπη στη ζωή σας ή ποιες είναι οι πιο βαθιές πληγές σας; 
Και μόνο αυτές οι δύο ερωτήσεις ήταν αρκετές για να ξετυλίξουν μυστικά νήματα ζωής που δεν τα βγάζεις εύκολα το φως. Μα εγώ θεωρώ πως στα παιδιά καλό είναι τέτοια νήματα να τα φανερώνουμε ειδωμένα όμως πάντα μέσα από το πρίσμα της ελπίδας. Κι έτσι τους μιλώ για την αγάπη μέσα από τα δικά μου βιώματα και τους μιλώ και για τον θάνατο. Για την πανέμορφη ζωή που μετά το μαχαίρι θα σου προσφέρει και την ανείπωτη παρηγοριά και γλύκα της. Για το θάρρος και τη γενναιότητα στα σύσκολα που πάντα έρχονται και όλων τις πόρτες χτυπούν. 
Αισθάνομαι πως είναι τόσο διψασμένα αυτά τα παιδιά που κυριολεκτικά πίνουν κάθε μου λέξη. Η αρχική πρόβλεψη της μίας ώρας για όλες τις εκδηλώσεις έχει βέβαια καταριφθεί και αγγίζουμε το τρίωρο. Κλείνουμε με την νέα μου δουλειά που, αν πάνε όλα καλά, θα εκδοθεί φέτος στο τέλος του χρόνου και εκεί απογειωνόμαστε όλοι, όταν τους διαβάζω ένα απόσπασμα. Η χαρά μας έχει φθάσει στο απόγειο. Παιδιά, δάσκαλοι, η αξιολάτρευτη Διευθύντρια, όλοι είμαστε πανευτυχείς. Και η Κυψέλη λουσμένη στο Φως!










Sunday, February 11, 2018

Ο Αχτιδοϋφαντής στο Δημοτικο σχολείο "Αριστοτέλης" του Μονάχου 9/02/18


Προσκεκλημένη από το Δημόσιο Ελληνικό Σχολείο “Αριστοτέλης”, για να παρυσιάσω τον Τρελό του χωριού, ταξιδεύω την περασμενη Τετάρτη για το Μόναχο. Την Πέμπτη το πρωί θα επισκεφτώ το σχολείο, ενώ την Παρασκευή, μαζί με το μουσικό σχήμα “Εν Χορδαίς”, θα δώσουμε δύο παραστάσεις του Παραμυθιού της Μουσικής για τα ελληνικά σχολεία της πόλης, Δημοτικά, Γυμνάσια, Λύκεια. Το βράδυ της ίδιας μέρας το μουσικό σχήμα θα δώσει μία συναυλία στον ειδικά διαμορφωμένο χώρο της ενοριάς των Αγίων Πάντων που λειτουργεί ως Μπουάτ.

Η πρωινή επίσκεψη στο σχολείο μου επιφυλάσσει ιδιαίτερα ευχάριστες εκπλήξεις. Έχω ακούσει βέβαια πολλά από τον π.Γεώργιο Βλέτση, που πρωτοστάτησε στη διοργάνωση όλων των εκδηλώσεων αυτού του ταξιδιού και που υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός στο εν λόγω σχολείο, αλλά  όπως και να 'χει, άλλο να ακούς και άλλο να βιώνεις.

Ένα καλό σχολειό είναι μια Κυψέλη από Φως. Και το “Αριστοτέλλης”, χάρη στη διευθυντριά του, Δήμητρα Μαυρίδου, και στους εκπαιδευτικούς του, αποτελεί μια κυψέλη πάμφωτη! Πλατιά χαμόγελα, ζεστές αγκαλιές, εγκάρδια λόγια από όλους όσους συναντώ με κάνουν να αισθάνομαι πως ήμουν από πάντα σ’ αυτό το σχολειό. Η Δήμητρα μου εκμυστηρεύεται πως τα παιδιά της Δευτέρας τάξης μού έχουν ετοιμάσει μια έκπληξη, πριν την παρουσίαση για την οποία είχα πάει. Ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας είναι περίπου μία ώρα. Μπαίνω στον χώρο των εκδηλώσεων και μένω άφωνη με το σκηνικό που έχει στηθεί πάνω στη μικρή σκηνή του. Πλανήτες, κορδέλες, φωτισμοί, κουρτίνες - ουρανοί και αστέρια. Τα σκηνικά, τα κουστούμια, το μακιγιάζ και τη σκηνοθεσία είχε η ευφάνταστη Ηρώ Κωστράκη. Τα φώτα σβήνουν και ο Αχτιδοϋφαντής συγκεντρώνει τους Ταχυδρόμους του Ήλιου να τους ανακοινώσει πως θα αποσυρθεί και  κάποιος άλλος νεότερος θα πάρει τη θέση του. Ωσάν γέρος μιλά το παιδί που έχει τον ρόλο του ηλικιωμένου Αχτιδοϋφαντή και όταν θα εμφανιστεί ο μικρός Χαρίτωνας, λες, ναι, αυτός είναι ο αληθινός Χαρίτωνας, μκρόσωμος, αγαθός, απλός, συνεσταλμένος που μια τα χάνει, μια τα βρίσκει, και δεν μπορείς παρά να τον λατρέψεις. Σαν μελίσσι αναεβοκατεβαίνουν, τρέχουν, χορεύουν οι Ταχυδρόμοι. Μεγάλοι και μικροί παρακολουθούμε με κομμένη την ανάσα μια παράσταση που θα τη ζήλευαν και οι επαγγελματίες.
Η παράσταση τελειώνει. Μέσα στην μαγική της ατμόσφαιρα με φωνάζουν να σηκωθώ κι ένας μικρός μικρός Ταχυδρόμος που προσφέρει μια αγκαλιά τριαντάφυλλα. Είναι η ώρα να αναλάβω τα ηνία και να οδηγήσω τα παιδιά στον δρόμο που ανοίγει ο Τρελός του χωριού…





















Κυριακὴ τῆς Ἀπὸκρεω

Αποτέλεσμα εικόνας για κυριακη της αποκρεω

(Ματθ. 25,31-46)

Εἶπεν ὁ Κύριος·
31. ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ,
32. καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33. καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.
34. τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.
35. ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με,
36. γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με.
37. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν;
38. πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν;
39. πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῇ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε;
40. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.
41. τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ.
42. ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με,
43. ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με.
44. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι;
45. τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε.
46. καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.