Labels

Monday, September 25, 2017

Τραγούδι της Οσίας Ευφροσύνης


Στου Θεοδοσίου, τον καιρό, του δεύτερου, συμβαίνει
την Ευφροσύνη, που ορφανή στα δυο της χρόνια μένει
από μανούλα στοργική, να την αρραβωνιάσει,
αθέλητα, ο πατέρας της, ώστε όταν γεράσει
να δει εγγόνια και χαρές. Ενώ αυτός γλεντάει
εκείνη άλλα σχέδια στο νου κλωθογυρνάει
Φοράει ρούχα αντρικά και φεύγει απ' την πόλη
Θέλει να γίνει του Χριστού νύμφη, κι ας λένε όλοι
Την πόρτα του μοναστηριού χτυπάει, την κοιτούνε
που μοιάζει σαν αγένειο παιδί και απορούνε
"Ευνούχος είμαι, αδερφοί", λέει, "του βασιλιά μου
Ήρθα να γίνω μοναχός κι άφησα τη δουλειά μου
Εγώ τον Κύριο ποθώ, παλάτια, βασιλιάδες
άφησα για πνευματικών πολέμων Ιλιάδες
Όσοι και αν μου χρειαστούν, εγώ για το Χριστό μου
θα υποστώ τα πάνδεινα. Είναι το ριζικό μου."
Την πήρανε οι αδερφοί, Σμάραγδο τον φωνάζουν
Σε όλα πρώτος γίνεται κι όλοι τον λογαριάζουν 
Ψαθί έχει για κράββάτο, λίθο για μαξιλάρι
Περνούνε χρόνοι και καιροί, κανείς δε θα το πάρει
είδηση, πως ο Σμάραγδος, γυναίκα είναι, κόρη
πατέρα που τριάντα οχτώ χρόνια γυρνά τα όρη
φωνάζοντας: "κορούλα μου, πού είσαι, γύρνα πίσω
Μοναχοκόρη μου γλυκειά, έλα προτού ν' αφήσω
την τελευταία μου πνοή. Έλα πια στον πατέρα"
Ο Σμάραγδος εγέρασε κι αρρώστησε μια μέρα
Μα από καιρού και εις καιρόν, δίχως να το γνωρίζει
η κόρη του πως ήτανε εκεί που όλο γυρίζει
πήγαινε ο πατέρας της σ' αυτό το μοναστήρι
να βρει κάποια παρηγοριά για το πικρό ποτήρι
που έπινε τόσο καιρό. Λιγο πρτού πεθάνει
τον κάλεσε η κόρη του και στο κελί της πιάνει
να πει το μέγα μυστικό που είχε φυλαγμένο.
"Εγώ είμαι πατέρα μου, το τέκνο το χαμένο
Σ' ευχαριστώ που μ' αγαπάς, συχώρου μου τον πόνο
που χρόνια σε επότισα και την ευχή σου μόνο
δώσε μου για ν' αναπαυθώ σ' Αυτόν που περιμένει
να πάρει την ψυχούλα μου". Άφωνος τότε μένει
ο δόλιος ο πατέρας της κι η κόρη φτερουγίζει
μες στους γαλάζιους ουρανούς. Πέφτει αυτός, λυγίζει
τα γόνατα κι ημιθανής μες στο κελί ξαπλώνει
Όταν, λοιπόν, συνέρχεται, τότε και φανερώνει
στους μοναχούς το μυστικό. Κλαίει με την ψυχή του
Πόσα χρόνια το ήθελε να κλάψει και αλί του
ήρθε η ώρα κι η στιγμή να βγει έτσι το κλάμα
που μάζευε τόσο καιρό σαν μπήκε αυτή η λάμα
του μαχαιριού μες στην καριδά. Στο τέλος τούς δηλώνει:
"Να φύγω τώρα δεν μπορώ. Καρδιά δεν το σηκώνει.
Θα μείνω στο κελάκι της και πάνω στο ψαθί της
θα τρώγω, θα προσεύχομαι με την ανάμνησή της
μέχρι να έρθει η ώρα μου κοντά της για να πάω
Τίποτα δεν άγαπησα και πλιο δεν αγαπάω"
Δέκα χρόνια ο γέροντας σκληρούς αγώνες κάνει
Στον δέκατο, ο σπλαχνικός Θεός τονε προφθάνει
Και δίπλα στην κορούλα του τον βάζει να γελάει
για μια αιωνιότητα που τέλος δε χωράει 


Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 





Sunday, September 24, 2017

Κυριακὴ Α᾽Λουκᾶ

Αποτέλεσμα εικόνας για α λουκα

(Λουκ. 5,1-11)

Τῷ καιρῷ ἐκείνω, ἑστὼς ὁ Ἰησοῦς 
1. παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 
2. εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα.
3. ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.
4. ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.
5. καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.
6. καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν.
7. καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 
8. ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. 
9. θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 
10. ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 
11. καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.







Friday, September 22, 2017

Τραγούδι του Αγίου Φωκά


Στα χρόνια του Τραϊανού και στης Σινώπης τόπο
ένα παιδάκι, θαύματα τελούσε δίχως κόπο
Βλαστάρι ήταν ο Φωκάς του Πέτρου και Ανδρέα
Το έργο το αποστολικό συνέχιζε ωραία
Έβγαζε τα δαιμόνια, σήκωνε πεθαμένους,
κήρυττε, περιόδευε, σ' όλους τους διψασμένους
Επίσκοπο τον κάνουνε όταν πια μεγαλώνει
και η Σινώπη χαίρεται, πολύ τον καμαρώνει
Μια μέρα, μέσα στο ναό, λευκό περιστεράκι
κάθεται στο κεφάλι του: "Θα πιεις το ποτηράκι
που σε κερνάω;" τον ρωτά κι εκείνος καταφάσκει
Προλέγει το μαρτύριο κι ό, τι αυτός θα πάσχει
Πηγαίνουν στον Αφρικανό, διοικητή της πόλης
και καταδίδουν τον Φωκά οι ειδωλολάτρες όλης
Της επαρχίας όπου ζει Μα σαν τον βασανίζουν
σεισμοί, θεμέλια της γης, άγρια συγκλονίζουν
Από τον φόβο τον πολύ ο Αφρικανός πεθαίνει
Ο σπλαχνικός ό άγιος όμως τον ανασταίνει
αφού οι οικείοι κλαίγοντας θερμά τον ικετεύουν
"Χριστέ μου, σήκωσέ τονα,  χάριν αυτών που κλαίγουν"
Λέει, κι αυτός σηκώνεται.  "Άφησέ τον να ζήσει"
παρακαλούν οι συγγενείς κι αυτός θα τον αφήσει
Το έργο δε σταμάτησε ο άγιος. Κατόπι
το κήρυγμά του αντήχησαν όλοι  οι γύρω τόποι 
Μέχρι που ο Τραϊανός ήρθε στην εξουσία 
Απ'  την καρδιά του το καλό πάντα είχε απουσία
Παρόλο που τον άφησε άφωνο απαντώντας
εκείνος δεν επείσθηκε, και σε λουτρό σκουντώντας
τον άγιο, τον βάλανε, λουτρό φωτιά και λαύρα
Εκεί αφήνει την πνοή και τη στερνή του αύρα
ο άγιος των ναυτικών που όλες τις τρικυμίες
ησυχαζε με προσευχή και αυστηρές νηστείες
μέχρι να 'ρθει ο Νικόλαος των Μύρων της Λυκίας
Τον έθαψαν οι χριστιανοί, τον κλάψαν και γευτήκαν
τις χάρες και τα θαύματα που απ' το μνήμα βγήκαν
Παπα Νικόλας ο Πλανάς τόσο τον αγαπούσε
που στη γιορτή του πάντοτε εκείνος λειτουργούσε
Σε μια αγρυπνία κάποτε, λένε οι μαρτυρίες
τον είδαν όλοι οι πιστοί, κύριοι και κυρίες
μες στο ναό να σεργιανά, κι όταν λοιπόν ρωτήσαν
τον άγιό μας, τον Πλανά, ποιος είναι, που απορήσαν,
με το πανωκαλλύμαυχο, ετούτος που γυρνάει
μες στο ναό μας, γέροντα; Εκείνος απαντάει
Είναι ο μάρτυς ο Φωκάς π' όλους μας αγαπάει. 




Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Thursday, September 21, 2017

Της μεγάλης Υπομονής η μικρή ιστορία

Η Υπομονή ήταν της Νύχτας πρωτότοκη κόρη. 
Με το που γεννήθηκε ρώτησε τη μητέρα της 
Πότε, επί τέλους, θα ξημερώσει, μάνα;
Μα ήταν μεγάλη η Νύχτα εκείνη
Να ξημερώσει άργησε
Όταν όμως ξημέρωσε ήταν ήδη μεγάλη και η Υπομονή
Και ήταν τέτοιο το κάλλος της 
Που την ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα ο Ήλιος μόλις την αντίκρυσε 

Από τότε έγινε η αιώνια ερωμένη του Φωτός

Τραγούδι του Αγίου Ευσταθίου


Στα χρόνια του Τραϊανού, σπουδαίος στρατηλάτης
ήτανε ο Ευστάθιος, μα και ειδωλολάτρης
Ήταν επίσης σπλαχνικός και τόσο ελεήμων
που εμφανίστηκε σ' αυτόν μια μέρα ο Οικτίρμων
Μέσα στο δάσος μια φορά κι εκεί που κυνηγούσε,
ένα ελάφι αλλοιώτικο μπροστά του προχωρούσε
Βάλθηκε να το κυνηγά, μα πού να το προφθάσει
Κάποτε εκείνο σταματά κι εκείνος σαν το φθάσει
θα δει πάνω απ' τα κέρατα ένα σταυρό να λάμπει
"Είμαι ο Ιησούς Χριστός" λέει κι οι γύρω κάμποι
τον λόγο του αντιλαλούν. "Τι με καταδιώκεις; 
Πάντα δικός μου ήσουνα, στα σπλάχνα μου κατώκεις"
Γίνεται έτσι χριστιανός ο Ευςτάθιος. Μαζί του
όλη οι οικογένεια βαφτίζεται. Μα, αλί του,
αρχίζουν τόσα βάσανα που του Ιώβ θυμίζουν
Δοκιμασίες πάμπολλες που αρετές χαρίζουν
Χάνει γυναίκα και παιδιά, χρήμα, περιουσία 
τη θέση του στο στράτευμα, και μένει στην ουσία 
μόνος, φτωχός και έρημος αυτός με τον Θεό του
Σαν ζήτουλας κυκλοφορεί. Θα 'ναι για το καλό του,
σκέφτεται με υπομονή κι όλα τα υπομένει
αγόγγυστα ο ευσεβής και πάντα περιμένει
Ώσπου η Θεία Πρόνοια, που δεν εγκαταλείπει
τα σπλάχνα της αφρόντιστα, του αφαιρεί τη λύπη
Τη Ρώμη βάρβαρος εχθρός, ζητά να αφανίσει
κι ο αυτοκράτορ του ζητά να 'ρθει να βοηθήσει
Του δίνει το αξίωμα που είχε, και νικάει
έτσι, τον βάρβαρο εχθρό κι αμέσως μετά πάει
κοντά του η γυναίκα του, τα δύο τα παιδιά του
Όλοι ξαναβρεθήκανε πάλι στην αγκαλιά του
Και την περιουσία του, τού δίνουνε στη Ρώμη
και η αποκατάσταση ομοιάζει πως τελειώνει
Μα ο νέος αυτοκράτορας ζητά να θυσιάσουν
στα είδωλα που έκαναν τη μάχη να μη χάσουν,
όπως θαρρεί ο άμυαλος και όπως νουθετείται
Προστάζει ο Αδριανός, ο άγιος αρνείται
Σαν στρατηλάτης, θαρρετά, Χριστόν ομολογάει
Λέει ο αυτοκράτορας, εκείνος δε νογάει
Χάλκινο βου πυρώνουνε και τον παραγεμίζουν
μ' όλη την οικογένεια του Αγίου και φροντίζουν
να σφαλιχτεί η πόρτα του μήπως κι αυτοί γλιτώσουν
Αγάπιος, Θεόπιστος τα τρυφερά παιδιά τους
η Θεοπίστη,  μάνα τους κι ο άγιος στην ποδιά τους
τα παίρνουν, κι έτσι τις ψυχές αμέσως παραδίδουν 
στην αγκαλιά του Ιησού, του μόνου που ενδίδουν
Όταν τους βγάζουν έκπληκτοι όλοι τους αντικρίζουν
πως ούτε τρίχα κεφαλής δεν κάηκε. Σαστίζουν.
Με λύπη μα και με χαρά, οι χριστιανοί τους θάβουν
Τα μύρα αναβλύζουνε, τα θαύματα δεν παύουν. 

    
Εμπνευσμένο από το Φθινοπωρινό Συναξάρι του Αρχιμανδρίτη Ανανία Κουστένη, τόμος Α ΄, Ακτή, Λευκωσία 2008 

Wednesday, September 20, 2017

Το Εν Χορδαίς στο George Enescu Festival της Ρουμανίας


George Enescu Festival στο Βουκουρέστι. 
Ένα φεστιβάλ που δε θα μπορούσε η χώρα μας ούτε να το ονειρευτεί -αν ακόμα αυτή η χώρα ονειρεύεται... Αυτές τις μέρες στο Βουκουρέστι γίνονται στα πλαίσια του Φεστιβάλ Ενέσκο, τρεις μεγάλες συναυλίες κάθε μέρα, μία νωρίς το μεσημέρι, μία αργά το απόγευμα και μία το βράδυ λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Οι συναυλίες δίνονται κατά κύριο λόγο από Συμφωνικές ορχήστρες που καταφθάνουν από όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη. Ο μεγάλος αριθμός των συναυλιών αυτών που κάθε μια τους συμπεριλαμβάνει και πολύ μεγάλο αριθμό μουσικών, εκτός της υψηλής ποιότητας, σηματοδοτεί και υπέρογκα χρηματικά ποσά που η μόλις ανερχόμενη οικονομικά αυτή φτωχή χώρα διαθέτει για τον πολιτισμό. Οι περισσότεροι από τους ακροατές πηγαίνουν κάθε μέρα και στις τρεις συναυλίες που πραγματοποιούνται. Εκεί δεν φορούν τα ρούχα της δουλειάς, ούτε τα πρόχειρα ή καθημερινά τους ρούχα. Ετοιμάζονται όπως αρμόζει στις επίσημες στιγμές της ζωής, που δεν είναι πολλές και σίγουρα ούτε ίδιες με όλες τις άλλες. Είδα τις ωραιότερες τουαλέτες που έχω δει ποτέ μου και μάλιστα στις ωραιότερες γυναίκες που έχω συναντήσει. Νόμιζες πραγματικά πως έχουν ξεπηδήσει οι νεράιδες από τα παραμύθια και κυκλοφορούν στον κόσμο. 
Είχα την μεγάλη τύχη να παρευρεθώ στην δική μας συναυλία, του Eν Χορδαίς μας, En Chordais, και να απολαύσω για μια ακόμη φορά τη σπουδαία σύνθεση του αγαπημένου Κυριάκου, τα Μουσικά ταξίδια του Μάρκο Πόλο. Στο Romanian Athenaeum έγινε η συναυλία, στις 17 του Σεπτέμβρη και στις 10.30 το βράδυ.. μία Ροτόντα του 1820 φημισμένο για την ακουστική του που ήταν πράγματι τόσο εξαίρετη ώστε δεν χρειάστηκαν μικρόφωνα. Αυτό και μόνο θα ήταν αρκετό για μία άλλης ποιότητας ατμόσφαιρα της εν λόγω μουσικής παράστασης η οποία κατάφερε να μας γυρίσει πολύ πίσω στο χρόνο. Σε έναν χρόνο που η μουσική δεν χρειαζόταν ενισχύσεις. Ήταν αρκετή από μόνη της για να αγγίξει τις ψυχές που της παραδίδονταν. 
Οι Έλληνες, όπως και οι ξένοι φιλοξενούμενοι μουσικοί, είναι γνωστό πως είναι ένας κι ένας. Θα σημειώσω όμως εδώ πως, κατά τη γνώμη μου,  ήταν τρεις οι πολύ μεγάλες στιγμές της έξοχης συναυλίας. Η πρώτη ήταν ένα ταξίμι του Κυριάκου Καλαϊτζίδη, το συγκλονιστικότερο ταξίμι που έχω ακούσει ποτέ μου, -και πιστέψτε με, έχω ακούσει κάποιες εκατοντάδες. Θαρρείς και πήγαζε κατευθείαν από την καρδιά του σύμπαντος. Ήταν μια μουσική ζωγραφιά γεμάτη πάθος και πόνο, ήταν σιωπή και ανάσα, κραυγή και ψίθυρος. Γέννηση, θάνατος και ανάσταση ήταν. Η δεύτερη μεγάλη στιγμή ήταν το τραγούδι του Ιρανού Κιγιά Ταμπασσιάν που το ίδιο το τραγούδι που έχει συνθέσει, ο τρόπος που το έπαιξε στο σετάρ του, αλλά και η ερμηνεία του η φωνητική κατάφεραν να ζωντανέψουν την παλιά ένδοξη ιστορία της πατρίδας του, αλλά και τον ανεκλάλητο πόνο για το σημερινό ρημαδιό της, όπως την κατάντησαν οι ισχυροί του κόσμου. Και η τρίτη μεγάλη στιγμή της παράστασης ήταν το ταξίμι του άλλου Κυριάκου, του Πετρά. Η τρυφερότητα με την οποία δόνησε το δοξάρι του βιολιού του στις χορδές ήταν εφάμιλλη του πρώτου φιλιού που δέχεται παρθένα κόρη από τον αγαπημένο και ριγάει σύγκορμη. Ήταν φτεροκόπημα πουλιών και λαθραία διείσδυσή μας στη μυστική φωλιά τους. 
Από μια τέτοια συναυλία, δεν βγαίνεις απλώς καλύτερος άνθρωπος, όπως θα έλεγε ο Σαββόπουλος για μια συναυλία του Χατζιδάκι. Βγαίνεις άνθρωπος λεύτερος που δε σε χωράει πλέον ούτε το παρόν, ούτε η πατρίδα, ούτε καν οι συγγενείς και οι φίλοι. Και ελπίζεις πως σε χωράει ο Θεός... 

Καλή συνέχεια να έχουν τα άξια αυτά παλικάρια, που αντιπροσωπεύουν το ωραιότερο πρόσωπο της πατρίδα μας όπου γης και τώρα βρίσκονται ήδη στην Κορέα για να συνεχίσουν κατόπιν στην Κίνα και στο Μεξικό. Ο Θεός μαζί τους.















Tuesday, September 19, 2017

Μνήμη Γιαννούλη Χαλεπά (14 Αυγούστου 1851 – 15 Σεπτεμβρίου 1938)


Η περίπτωση του κορυφαίου μας γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά είναι μοναδική και άκρως διδακτική. Έχει ήδη φτιάξει το αριστούργημα του την "Κοιμωμένη" του στο Α’ Νεκροταφείο, μόλις στα 24 του, όταν εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της ψυχικής του ασθένειας πιθανώς κάποια ερωτική απογοήτευση σε συνδυασμό με κληρονομική προδιάθεση. Η αυταρχική μάνα του θεωρεί ότι αυτή που τον τρελαίνει είναι η γλυπτική, ενώ συμβαίνει ακριβώς το ανάποδο. Μόνο η γλυπτική θα μπορούσε να τον γλιτώσει, όπως φάνηκε αργότερα. Του απαγορεύει αυστηρά να ασκεί την τέχνη του. Τον πάνε στο εξωτερικό, αλλά δε βλέπει βελτίωση. Δέκα χρόνια βολοδέρνει στην Τήνο, αποπειράται να αυτοκτονήσει κι έπειτα τον κλείνουν για 16 χρόνια στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Εκεί, χωρίς φάρμακα, μέσα στη βρόμα, δεμένος με αλυσίδες, αποτρελαίνεται. Η προσωπικότητα του μεγάλου καλλιτέχνη αποδομείται εντελώς.
Όταν πεθαίνει ο πατέρας του, η μάνα του τον ξαναπαίρνει στην Τήνο, ενώ είναι πια 51 ετών. Η γριά συνεχίζει να του απαγορεύει κάθε επαφή με το μάρμαρο και τη γλυπτική. Έχει πετάξει ανάκατα τα έργα του στο υπόγειο που το έχει κλειδωμένο. Μερικές φορές τον πιάνει να φτιάχνει κάποια προπλάσματα κρυφά και του τα σπάει. Ο μπάρμπα-Γιάννης είναι ο τρελός του χωριού. Γίνεται νεροκουβαλητής, οι χωριανοί του δίνουν τις κατσίκες τους να τις βοσκήσει, τα παιδιά τον κοροϊδεύουν κι αυτός τριγυρίζει κουρελής, μαζεύοντας από χάμω τις γόπες για να καπνίσει. Το βράδυ γυρίζει στο σπίτι του και κάθεται αμίλητος σε μια γωνιά, για να μην τον μαλώσει η γριά μάνα του. Η Αθήνα τον έχει ξεχάσει, το έργο του έχει τελειώσει πρόωρα.
Και γίνεται το θαύμα! το 1916, η μάνα του πεθαίνει. Και τότε ο 65χρονος Γιαννούλης κάνει το απίστευτο.Δε χύνει σταγόνα δάκρυ, δεν ακολουθεί την κηδεία της, αλλά ανοίγει το υπόγειο και αρχίζει αμέσως να δουλεύει. Οι χωριανοί το θεωρούν ως την αναμενόμενη αντίδραση ενός τρελού, αλλά δεν είναι έτσι. Η καταπιεσμένη τέχνη του εκρήγνυται. Μέσα σε λίγους μήνες έχει θεραπευτεί εντελώς. Η σμίλη του αρχίζει να βγάζει και πάλι αριστουργήματα, και μάλιστα με μια εντελώς νέα τεχνοτροπία. Το φαινόμενο μοναδικό. 40 χρόνια δε δούλεψε την τέχνη του, δεν ενημερώθηκε για τις εξελίξεις και ξαφνικά αναδύθηκε ένας ολοκαίνουριος καλλιτέχνης, σαν να φοιτούσε σε ένα δικό του εσωτερικό σχολείο. Από τα 65 του χρόνια ως τα 84 - που πέθανε σαν σήμερα το 1938- έφτιαξε μια ολόκληρη σειρά από αριστουργήματα. Η Αναπαυμένη, η Μήδεια, ο Οιδίπους κλπ. Πεθαίνοντας, συγκέντρωσε την αγάπη και τον σεβασμό ολόκληρης της Ελλάδας.Κι όλοι αναρωτιόντουσαν πόσα θα είχε κερδίσει η Ελληνική Τέχνη αν ο γλύπτης δεν είχε χάσει αυτά τα 40 πιο παραγωγικά χρόνια της ζωής του.
Ηθικό δίδαγμα: Αποβάλετε τους τοξικούς ανθρώπους από την ζωή σας και θα ξαναγεννηθείτε!
η τελευταία του φωτο στο σπίτι-εργαστήρι του, στην οδό Δαφνομήλη 35



Δημήτρης Τριάντος